ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΜΕ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

Posted on


Συνεργαζόμενες Εκπαιδευτικές Κινήσεις Δ.Ε.

Εκπαιδευτική Ριζοσπαστική Συνεργασία Π.Ε. 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΜΕ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

 Με τις ρυθμίσεις του σχεδίου Π.Δ. για την αξιολόγηση που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση ακόμα και ο πιο δύσπιστος συνάδελφος μπορεί να συνειδητοποιήσει πλέον το μέγεθος του κινδύνου για το επίπεδο της διαβίωσής μας, για την επαγγελματική μας υπόσταση και αξιοπρέπεια και για την ποιότητα της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Στο σχέδιο αυτό, που αποτελεί μνημείο αυταρχικής αντίληψης και αντιπαιδαγωγικής νοοτροπίας, προβάλλεται προσχηματικά η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων της εκπαίδευσης και βελτίωσης του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου. Δύσκολα κρύβονται όμως οι πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης, που είναι να επιβληθεί ο πιο αυστηρός έλεγχος και η απόλυτη πειθάρχηση των εκπαιδευτικών  στις αντιλαϊκές επιλογές της εξουσίας.

Για να κατανοήσει κανείς σε όλη τους την έκταση τις πραγματικές επιδιώξεις της κυβέρνησης με το συγκεκριμένο σχέδιο Π.Δ., πρέπει να συνεκτιμήσει το νομοθετικό πλαίσιο στο σύνολό του που ολοκληρώνεται με το συγκεκριμένο Π.Δ. και ιδίως:

  • το Ν. 4024/2011, που εξαρτά το μισθό και την υπηρεσιακή εξέλιξη των εκπαιδευτικών από τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους: Οι εκπαιδευτικοί που χαρακτηρίζονται ελλιπείς χάνουν το δικαίωμα προαγωγής για δύο χρόνια,
  • το άρ. 95 του Ν. 3528/2007, σύμφωνα με το οποίο «… υπάλληλος ο οποίος εγγράφεται σε δύο διαδοχικούς πίνακες μη προακτέων στον ίδιο βαθμό παραπέμπεται (…) υποχρεωτικώς προς κρίση στο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο […] μπορεί να τον απολύσει ή να τον υποβιβάσει κατά έναν βαθμό».

 

Στόχος η χειραγώγηση και η υποβάθμιση

 

Ισχυρίζεται η ηγεσία του Υπ. Παιδείας ότι με το συγκεκριμένο Π.Δ. στοχεύει στην αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα, εκείνο που την ενδιαφέρει είναι να εφαρμόσει μέχρι κεραίας την καταστροφική, αντιλαϊκή πολιτική της τρόικας και των μνημονίων, που έχει καταστήσει προβληματική ακόμη και την υποτυπώδη λειτουργία της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, την ίδια στιγμή που η ηγεσία του υπ. Παιδείας επικαλείται την ανάγκη να βελτιωθεί το εκπαιδευτικό έργο, η πολιτική της οδηγεί σε ένα σχολείο απογυμνωμένο από βασικές δομές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες, με χιλιάδες κενά εκπαιδευτικού προσωπικού, ακόμα και τώρα, στο μέσο της σχολικής χρονιάς, και με παιδιά που υποσιτίζονται και συχνά στερούνται την πιο στοιχειώδη φροντίδα.

Υποστηρίζουν ότι στόχος τους είναι η ανατροφοδότηση και η βελτίωση του έργου των εκπαιδευτικών. Αλλά είναι εκείνοι που με την πολιτική τους υποβαθμίζουν την αρχική εκπαίδευση των μελλοντικών εκπαιδευτικών στα πανεπιστημιακά ιδρύματα και, το χειρότερο, έχουν καταργήσει ουσιαστικά την περιοδική επιμόρφωσή μας. Και εδώ χρωστούν στον εκπαιδευτικό κόσμο μια καθαρή εξήγηση. Πώς γίνεται, από τη μια μεριά να επικαλούνται τον «ανατροφοδοτικό» χαρακτήρα της αξιολόγησης, που σημαίνει ολόπλευρη στήριξη του εκπαιδευτικού με κάθε τρόπο και συνεχή επιμόρφωσή του, και από την άλλη, να παίρνουν καθημερινά μέτρα που επιδεινώνουν τους όρους και τις συνθήκες εργασίας μας, και κυρίως να παραπέμπουν στις καλένδες την καθιέρωση της περιοδικής, ετήσιας επιμόρφωσής μας με ταυτόχρονη απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα;

Χρειάζεται, τελικά, πολύ θράσος να παρουσιάζεται η τρικομματική κυβέρνηση υπέρμαχος της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, όταν με κάθε διαδικασία επιλογής στελεχών η εκάστοτε κυβέρνηση δημιουργεί μια κομματική – πελατειακή ιεραρχία στην εκπαίδευση. Αυτή την επιδίωξη διασφαλίζει και το σχέδιο Π.Δ., καθώς καθιστά τον εκπαιδευτικό έρμαιο της πειθαρχικής εξουσίας και της αυθαιρεσίας του αμέσως «ανωτέρου» του. Καταρρακώνεται, έτσι, μέσα από διαβλητές διαδικασίες, κάθε έννοια αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης.

Ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι η αξιολόγηση που προτείνει είναι εργαλείο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του σχολείου. Δεν μας λέει όμως ποιου σχολείου. Του σχολείου που έχει ανάγκη σήμερα η ελληνική κοινωνία, ενός σχολείου δημοκρατικού, σύγχρονου, βασισμένου στην κριτική, δημιουργική γνώση, ή, αντίθετα, ενός σχολείου της επιφανειακής και αποσπασματικής γνώσης, ταγμένου στην εξυπηρέτηση των επιδιώξεων της αγοράς, μακριά από τις ανάγκες της κοινωνίας και των μελλοντικών πολιτών;

Είναι ποτέ δυνατόν, αυτή η ατέλειωτη γραφειοκρατική διαδικασία που προτείνουν, με τις εκατοντάδες ασαφών κριτηρίων και την κατασπατάληση πολύτιμου χρόνου σε ανούσιες καταγραφές, να συμβάλει στη βελτίωση της λειτουργίας των σχολείων, όπως ισχυρίζονται;

Όσα κι αν πουν, δεν μπορούν να αποκρύψουν τους πραγματικούς τους στόχους:

ü  Να επιβάλουν ένα καθεστώς χειραγώγησης, ιδεολογικής πειθάρχησης, υποταγής και εκφοβισμού, σε συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας και περιπλάνησης των εκπαιδευτικών.

ü  Να αποκρύψουν τη βαριά ευθύνη της εξουσίας για τη δραματική κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης και να μεταθέσουν το βάρος της στις πλάτες των εκπαιδευτικών.

ü  Να χρησιμοποιήσουν την αξιολόγηση για να δικαιολογήσουν την απόλυση χιλιάδων εργαζομένων.

ü  Να διαλύσουν ό,τι έχει απομείνει από τις εργασιακές μας σχέσεις, επιβάλλοντας τη μισθολογική και υπηρεσιακή μας καθήλωση, την αυστηροποίηση του πειθαρχικού πλαισίου και τελικά την κατάργηση της μονιμότητας.

ü  Να προωθήσουν περαιτέρω την ιδιωτικοποίηση στην εκπαίδευση.

 

Επιλέγουν τη σύγκρουση

Η κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, όπως και οι προκάτοχοί τους, προωθώντας αυτή την πολιτική έχουν κάνει την επιλογή τους:  Έχουν κηρύξει τον πόλεμο στους εκπαιδευτικούς.

Όπως παραδέχεται και ο Υπουργός Παιδείας στην συνοδευτική επιστολή του στην ΟΛΜΕ, «όσα περιλαμβάνονται στο εν  λόγω κείμενο αποτελούν μέρος της ευρύτερης στρατηγικής για μια αξιολόγηση που αφορά το σύνολο των εκπαιδευτικών διαδικασιών». Και όλα δείχνουν πως τα επόμενα μέτρα που σχεδιάζονται στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, όπως η λεγόμενη αξιολόγηση ή αυτοαξιολόγηση των σχολείων, θα οδηγήσουν στην κατηγοριοποίησή τους, στην υποβάθμιση και τελικά στο κλείσιμο αρκετών από αυτά. Τόσο η κατεύθυνση της εφαρμοζόμενης τροϊκανής πολιτικής όσο και η διεθνής εμπειρία, όπου εφαρμόστηκαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, εκεί οδηγούν.

Το σχέδιο ΠΔ για την αξιολόγηση συνδέεται άμεσα με το νέο σχολείο της αγοράς, του ανταγωνισμού, της φτηνής και ευέλικτης κατάρτισης και της αποσπασματικής και επιφανειακής γνώσης. Η «αξιολόγηση» της σχολικής μονάδας, η οποία στην πιο ακραία έκφρασή της μπορεί να συνδέεται με τις εξεταστικές επιδόσεις των μαθητών, πέρα από τον ισοπεδωτικό της χαρακτήρα, κρύβει και έναν άλλο, πολύ σοβαρό κίνδυνο: Η ταξινόμηση των σχολείων σε κατηγορίες, ανάλογα με τις επιδόσεις των μαθητών / μαθητριών τους σε εθνικές εξετάσεις, θα οξύνει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Έτσι, όμως, υπονομεύεται ακόμα περισσότερο η κοινωνική συνοχή και δηλητηριάζεται το παιδαγωγικό κλίμα στο χώρο του σχολείου.

Παράλληλα, με τη διαφοροποίηση των τρόπων χρηματοδότησης, ανοίγει ο δρόμος στην εισβολή των χορηγών  και στην ακόμα μεγαλύτερη επιβάρυνση των γονέων, που καλούνται να στηρίξουν οικονομικά τη λειτουργία του σχολείου. Αυτή η πρακτική οδήγησε, στις αγγλοσαξονικές χώρες, σε ποικίλες μορφές ιδιωτικοποίησης των «αποτυχημένων» σχολείων με πρόσχημα την αναβάθμισή τους.

Ο ανταγωνισμός και η μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων μέσα στο σχολείο σε «ζούγκλα» θα είναι το επακόλουθο αυτής της πολιτικής, με σοβαρές επιπτώσεις στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Είναι αποκαλυπτικό πως, σύμφωνα με το ίδιο το νόμο για το βαθμολόγιο-μισθολόγιο (ν.4024/11), δεν φτάνει να είναι «καλός» και «αποδοτικός» ο εκπαιδευτικός, αλλά, για να έχει μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη, χρειάζεται να υπερτερεί των άλλων.

Το αποτέλεσμα της προωθούμενης αξιολόγησης ουσιαστικά έχει ήδη προκαθοριστεί, αφού θεσμοθετήθηκαν συγκεκριμένα ποσοστά εκπαιδευτικών που θα προάγονται από βαθμό σε βαθμό, ανεξάρτητα από τον αριθμό των εκπαιδευτικών που θα αξιολογούνται «θετικά». Για παράδειγμα, μόνο το 50% του συνόλου των εκπαιδευτικών θα προάγονται στο Β΄ βαθμό και μόλις το 15% στον Α΄ βαθμό! Επίσης, όχι μόνο προβλέπονται  συγκεκριμένα ποσοστά  αυτών που θα προάγονται, αλλά ακόμα και αυτά τα ποσοστά κάθε δύο χρόνια μπορεί να μειώνονται με υπουργική απόφαση, «ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες» (άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 4024/11). Άλλωστε, ας μην ξεχνούμε πως με τους μνημονιακούς νόμους έχει παγώσει μέχρι το 2014 κάθε βαθμολογική εξέλιξη. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η αξιολόγηση γίνεται με καθαρά δημοσιονομικά κριτήρια και στόχο έχει τη μισθολογική καθήλωση όσο το δυνατόν περισσότερων εκπαιδευτικών. Ουσιαστικά ο κάθε εκπαιδευτικός θα βρίσκεται σε καθεστώς ατομικής σύμβασης εργασίας.

Το πλαίσιο της αξιολόγησης που επιδιώκεται να επιβληθεί με το σχέδιο ΠΔ ορίζει τον διευθυντή σχολείου και τον σχολικό σύμβουλο ως κριτές που με τις εκθέσεις τους θα καθορίζουν τις τύχες και την εξέλιξη των εκπαιδευτικών. Δίνοντας τέτοιες εξουσίες σε μονοπρόσωπα όργανα διοίκησης δημιουργούν τους όρους της από τα πάνω επιβολής με αυθαίρετο και υποκειμενικό τρόπο των εκπαιδευτικών επιλογών τους. Κι ας δήλωνε ο υφυπουργός Παιδείας σε πρόσφατη συνέντευξή του πως «η μονοπρόσωπη αξιολόγηση είναι λάθος».

Οι διαδικασίες αυτές θα έχουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην εκπαιδευτική λειτουργία:

α) Ακυρώνεται ο επιστημονικός ρόλος των σχολικών συμβούλων, που επιδιώκεται να ενταχθούν στο μηχανισμό ιδεολογικής επιβολής της κυρίαρχης εκπαιδευτικής άποψης και να οδηγήσουν σε απολύσεις και μισθολογική καθήλωση των εκπαιδευτικών.

β) Υπονομεύεται  η δυνατότητα δημοκρατικής λειτουργίας στο σχολείο, αφού ο Σύλλογος Διδασκόντων καλείται να επικυρώνει απλώς τις αποφάσεις των διευθυντών. Με το σχέδιο του ΠΔ δημιουργείται μια κάθετη και ιεραρχική δομή που εγκαθιδρύει ένα κλίμα φόβου στο σχολείο, ενισχύει τον ανταγωνισμό και θρυμματίζει τις όποιες ελάχιστες περιπτώσεις συνεργατικής κουλτούρας υπάρχουν.

γ) Οι συνδικαλιστικές λειτουργίες, οι αγώνες για δικαιώματα, οι εκπαιδευτικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες της άλλης άποψης θα θεωρούνται εκ των προτέρων προβληματικές, επικίνδυνες και οι φορείς τους θα απομονώνονται ή θα διώκονται.

δ)  Μέσα από τις διατάξεις του ΠΔ με τεράστια ευκολία ποιοτικά στοιχεία ποσοτικοποιούνται αυθαίρετα και αντιεπιστημονικά όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις και προσδοκίες, το  παιδαγωγικό κλίμα στη σχολική τάξη, η οργάνωση της σχολικής τάξης κ.ά. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ελλοχεύει σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος της υποκειμενικότητας και της αυθαιρεσίας από την πλευρά του αξιολογητή.

ε) Η διαρκής επιστημονική και επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, σε ένα πλαίσιο όπου οι εκπαιδευτικοί χειραγωγούνται, αφήνονται αβοήθητοι επιστημονικά και εξαθλιώνονται οικονομικά, μοιάζει με κακόγουστο ανέκδοτο. Άλλωστε ούτε για τα προσχήματα το σχέδιο ΠΔ δεν προβλέπει οτιδήποτε για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών. Η επιμόρφωση είναι εξαφανισμένη γιατί κοστίζει αλλά και δεν ενδιαφέρει το Υπουργείο. Ήδη, στο προοίμιο του σχεδίου ΠΔ αναφέρεται πως «από την εφαρμογή του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη».

Ισχυρίζεται η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας πως η αξιολόγηση θα βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι όμως πλέον ορατό σε όλους πως αυτή η πολιτική καμιά βελτίωση του δημόσιου σχολείου δεν μπορεί να φέρει. Αντίθετα, μέρα με τη μέρα αποκαλύπτονται οι καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής των συνεχών περικοπών στις δαπάνες για την εκπαίδευση: συγχωνεύσεις/καταργήσεις σχολείων, συρρίκνωση και κατάργηση υποστηρικτικών εκπαιδευτικών δομών, αχρήστευση των σχολικών βιβλιοθηκών, κατάργηση Ενισχυτικής Διδασκαλίας και Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης, μεγάλη μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών, ελάχιστες προσλήψεις αναπληρωτών, χιλιάδες κενά στα σχολεία ακόμα και στο μέσον της χρονιάς  κ.λπ.

 

Σταθερά στο δρόμο του αγώνα

 

Παραμένουμε σταθεροί στα αιτήματά μας για:

–          ακώλυτη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη,

–          κατάργηση του Ν. 4024/11,

–          άμεση απόσυρση του σχεδίου ΠΔ για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

 

Αγωνιζόμαστε την ανατροπή αυτής της πολιτικής, που διαλύει το δημόσιο σχολείο και εξαθλιώνει τους εκπαιδευτικούς.

Η απόρριψη των σχεδίων του Υπουργείου Παιδείας για τη αξιολόγηση δεν είναι ένα συντεχνιακό αίτημα, που αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς. Αφορά ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα, ολόκληρη την κοινωνία.

Δηλώνουμε για μια ακόμα φορά ότι θα δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για να οργανωθεί αποτελεσματικά η αντίσταση του κλάδου, ώστε να μην εφαρμοστούν τα κυβερνητικά σχέδια για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, σχέδια που οδηγούν στην υποταγή, τη διάσπαση του κλάδου, τη μισθολογική καθήλωση, την άρση της μονιμότητας και τις απολύσεις.

Θα αγωνιστούμε μαζί με όσες και όσους στοχεύουν στην οικοδόμηση ενός διαφορετικού σχολείου, όπου η καθημερινή έγνοια για την πολύπλευρη μόρφωση των παιδιών θα  συνδέεται  με το όραμα μιας άλλης κοινωνίας, δεσμευμένης στη δημοκρατία, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Φλεβάρης 2013

Advertisements