Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών: Μια πρώτη προσέγγιση

Posted on Updated on


Του Π. Χαραμή

Σχέδιο Π.Δ.

«Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας

και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης»

Μια πρώτη προσέγγιση του Π.Δ.

1.       Εισαγωγικά στοιχεία

Το Σχέδιο Π.Δ. «Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» κατατέθηκε πρόσφατα για συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή. Προηγήθηκε η δημοσιοποίηση πορίσματος Επιτροπής που συγκρότησε το ΥΠΑΙΘΠΑ με υπεύθυνο τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Ηλ. Ματσαγγούρα.

Το Σχέδιο Π.Δ. αποσαφηνίζεται ως προς τις επιδιώξεις του από τα εξής νομοθετήματα:

(α) τις διατάξεις της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 329 του ν. 4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος … και άλλες διατάξεις» (Α΄ 86), σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του νόμου που ψηφίστηκε πρόσφατα με τίτλο «Οργάνωση και Λειτουργία Ιδρύματος Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης και Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού και άλλες διατάξεις»,

(β) το άρθρο 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).

(γ) το Ν. 4024/2011 (εξάρτηση μισθού και υπηρεσιακής εξέλιξης των εκπαιδευτικών από τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους – οι εκπαιδευτικοί που χαρακτηρίζονται ελλιπείς χάνουν το δικαίωμα προαγωγής για δύο χρόνια),

(δ) το άρ. 95 του Ν. 3528/2007 («… υπάλληλος ο οποίος εγγράφεται σε δύο διαδοχικούς πίνακες μη προακτέων στον ίδιο βαθμό παραπέμπεται (…) υποχρεωτικώς προς κρίση στο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο […] μπορεί να τον απολύσει ή να τον υποβιβάσει κατά έναν βαθμό»

2.       Περιγραφή

Στο Πρώτο κεφάλαιο του Π.Δ. («Γενικές Διατάξεις», άρ. 1-2) περιλαμβάνονται το πεδίο εφαρμογής και οι σχετικοί ορισμοί (άρ. 1) καθώς και ο σκοπός και οι γενικές αρχές της αξιολόγησης (άρ. 2).

Στο Δεύτερο ΚεφάλαιοΌργανα, κριτήρια και αποτίμηση της αξιολόγησης»), αφού περιγραφούν τα όργανα (άρ. 3) και τα κριτήρια (άρ. 4) της αξιολόγησης, τα περί ποιοτικού χαρακτηρισμού και κλίμακας βαθμολόγησης (άρ. 5), εκτίθενται αναλυτικά τα κριτήρια αξιολόγησης των εξής ομάδων (άρ. 6-15, αντίστοιχα):

ü  περιφερειακών διευθυντών εκπαίδευσης και συντονιστών εκπαίδευσης εξωτερικού

ü  προϊσταμένων τμημάτων επιστημονικής-παιδαγωγικής καθοδήγησης των περιφερειακών διευθύνσεων εκπαίδευσης,

ü  σχολικών συμβούλων,

ü  διευθυντών εκπαίδευσης,

ü  διευθυντών σχολικών μονάδων,

ü  διευθυντών και υποδιευθυντών των Π.Ε.Κ., προϊσταμένων των ΚΕ.Δ.Δ.Υ., υπευθύνων και αναπληρωτών υπευθύνων των Κ.Π.Ε., προϊσταμένων των γραφείων νομικής υποστήριξης, προϊσταμένων των τμημάτων εκπαιδευτικών θεμάτων των διευθύνσεων εκπαίδευσης και υπευθύνων των Ε.Κ.Φ.Ε.,

ü  υπευθύνων Σ.Ε.Π. στα ΚΕ.ΣΥ.Π., υπευθύνων στους Σ.Σ.Ν., υπευθύνων και τεχνικών υπευθύνων στα ΚΕ.ΠΛΗ.ΝΕ.Τ. καθώς και υπευθύνων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, αγωγής υγείας, πολιτιστικών θεμάτων και σχολικών δραστηριοτήτων,

ü  υποδιευθυντών των σχολικών μονάδων, υπευθύνων τομέων εργαστηρίων και υπευθύνων εργαστηρίων κατεύθυνσης Σ.Ε.Κ. και Σ.Ε.,

ü  εκπαιδευτικών, και

ü  εκπαιδευτικών που ασκούν ιδιαίτερα καθήκοντα

Ακολούθως εκτίθενται τα περί βαρύτητας κριτηρίων (άρ. 16) και υπολογισμού τελικής βαθμολογίας (άρ. 17).

Το Τρίτο ΚεφάλαιοΔιαδικασία αξιολόγησης», άρθρα 18-22), που είναι και το εκτενέστερο,  αναφέρεται στη διαδικασία αξιολόγησης και, συγκεκριμένα, στον έλεγχο των έλεγχο των τυπικών στοιχείων στις εκθέσεις αξιολόγησης (άρ. 19), στα έντυπα αξιολόγησης και στον τρόπο σύνταξης και τήρησης των εκθέσεων αξιολόγησης (άρ. 20), στα περί δικαιώματος και διαδικασιών ένστασης (άρ. 21 και 22).

Το Τέταρτο ΚεφάλαιοΕιδικές Διατάξεις», άρ. 23-27) διαλαμβάνει τα περί αξιολόγησης των δόκιμων εκπαιδευτικών (άρ. 23), αξιολόγησης των μελών του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού και του Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (άρ. 24), αξιολόγησης των προϊσταμένων από τους υφιστάμενους (άρ. 25), τις μεταβατικές διατάξεις (άρ. 26) και όσα αφορούν την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. (άρ. 27).

3.       Γενικές παρατηρήσεις

Η αποκωδικοποίηση των προθέσεων του σχεδίου του Π.Δ. καθίσταται εφικτή με την ένταξή του στο γενικότερο πλαίσιο των επιδιώξεων του νεοφιλελευθερισμού και ειδικότερα στο πλαίσιο των μνημονιακών πολιτικών που επιβάλλει η τρόικα. Συνοπτικά επισημαίνονται η επιδίωξη της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα και εκχώρησης βασικών τομέων και υπηρεσιών του δημόσιου στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η ενίσχυση ενός χωρίς όρους και όρια ανταγωνισμού, η υπονόμευση κάθε μορφής συλλογικότητας και συλλογικής διεκδίκησης, η ενοχοποίηση των εκπαιδευτικών (και γενικότερα των εργαζομένων) για τις παθογένειες που χαρακτηρίζουν το δημόσιο τομέα και η αποενοχοποίηση της κυβέρνησης και των πολιτικών της.

Η «αξιολόγηση» που προωθεί η κυβέρνηση έρχεται να αξιοποιήσει το κλίμα απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, που έχει καλλιεργηθεί συστηματικά επί δεκαετίες από την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ στην ελληνική κοινή γνώμη, για να επιβάλει τις εκπαιδευτικές πολιτικές της και να ελέγξει τους/τις εκπαιδευτικούς. Αποτέλεσμα αυτής της επιδίωξης είναι και η αξιολογική φρενίτιδα που έχει κυριαρχήσει στη ρητορική των κυβερνητικών στελεχών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, από τις υπηρεσίες και τους φορείς του δημόσιου τομέα (συμπεριλαμβανομένων και των κληρικών) μέχρι και τα ανώτατα επίπεδα της διοικητικής ιεραρχίας (βλ., π.χ., απανωτά δημοσιεύματα σχετικά με την αξιολόγηση και βαθμολόγηση του έργου των υπουργών). Η «αξιοκρατία» και η «αριστεία» προβάλλονται ως πανάκεια που θα μας απαλλάξει από το νοσηρό παρελθόν της ισοπέδωσης και της ήσσονος προσπάθειας.

Η διαδικασία αξιολόγησης στο δημόσιο τομέα προβλέπεται να είναι καθολική, χωρίς εξαιρέσεις. «Όποιος μισθοδοτείται από το Δημόσιο θα αξιολογείται» είναι το σύνθημα του υπ. Διοικητικής Μεταρρύθμισης, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας «Έθνος» (27-1-13). «Όλες οι δράσεις των αλλαγών που θα επέλθουν στο κράτος αποτελούν ένα ‘παζλ’ το οποίο συμπληρώνεται μέρα τη μέρα και θα ξεδιπλωθεί το 2013», τονίζεται στο δημοσίευμα αυτό, ενώ γίνεται λόγος και για «γραπτό τεστ» ελέγχου γνώσεων και δεξιοτήτων των δημόσιων υπαλλήλων. Τα υπουργεία Παιδείας και Άμυνας, όπως σχεδιάζεται, «θα ακολουθήσουν χωριστό μοντέλο αξιολόγησης». Παράλληλα, από το 2014 «θα ακολουθήσει το τρίτο επίπεδο αξιολόγησης, που θα γίνεται ετησίως, για να εξακριβωθεί η επίτευξη των στόχων που θα τεθούν ανά υπάλληλο και οργανική μονάδα». Διαβεβαιώνεται (;) και στο δημοσίευμα αυτό ότι η αξιολόγηση των ικανοτήτων των δημόσιων υπαλλήλων αποσυνδέεται από το ενδεχόμενο των απολύσεων και θα πραγματοποιηθεί με στόχο να επικαιροποιηθούν αναλυτικά τα δεδομένα της απογραφής όσον αφορά τα προσόντα των υπαλλήλων», αλλά ο δρόμος για τη σύνδεση της αξιολόγησης με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξή τους, όπως και με τη διαδικασία των απολύσεων, έχει ήδη χαραχτεί. Είναι φανερό ότι η επιβολή αυτών των μέτρων συνδέεται με την επιδίωξη της εντατικοποίησης της εργασίας με μικρότερες απολαβές στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.

Παρατηρείται, επίσης, μια τάση ποσοτικοποίησης των κριτηρίων (στο συγκεκριμένο σχέδιο νόμου υπάρχει σχεδόν πλήρης ταύτιση/αντιστοίχιση των ποσοτικών με τα ποιοτικά κριτήρια), πράγμα που ενισχύει τον κίνδυνο της υποκειμενικότητας της κρίσης και της αυθαιρεσίας από μέρους των αξιολογητών/-τριών.

Στο Σχέδιο Π.Δ. προβάλλεται η άποψη ότι στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης, αλλά αυτή η επιδίωξη δεν υποστηρίζονται με κάποια συγκεκριμένα μέτρα στο Π.Δ. Αντίθετα, η προσεκτική ανάγνωσή του δείχνει πόσο στενά συνδέεται με επιδιώξεις όπως η μετάβαση στο «νέο σχολείο» της αγοράς, του ανταγωνισμού, της φτηνής κατάρτισης, της αποσπασματικής και επιφανειακής γνώσης. Ανάλογες πρακτικές που εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες οδήγησαν στην κατηγοριοποίηση, την υποβάθμιση και το κλείσιμο, τελικά, σχολείων ή στην ιδιωτικοποίησή τους, και στην ενίσχυση των ανισοτήτων στον τομέα της μόρφωσης.

Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοηθεί ότι μέσα από την επιβολή της αξιολόγησης που προδιαγράφει το συγκεκριμένο Π.Δ. προκύπτει η διάθεση χειραγώγησης και ελέγχου σε ένα θεσμό νευραλγικής σημασίας, όπως είναι η εκπαίδευση, όπου η επίδραση στη διαμόρφωση της συνείδησης των νέων ανθρώπων συντελείται άμεσα από το κράτος. Καμία διάθεση αμφισβήτησης της παρεχόμενης γνώσης και των διαδικασιών οργάνωσης και λειτουργίας της διδασκαλίας/μάθησης δεν έχει θέση στο «νέο σχολείο» του νεοφιλελευθερισμού, που κατά τα άλλα πρέπει να καλλιεργεί την κριτική σκέψη και να υπηρετεί την καινοτομία. Η ενίσχυση της εκπαιδευτικής ιεραρχίας και του ελέγχου δεν θα επιτρέψει τέτοιες παρεκκλίσεις.

Το έδαφος για την επιβολή αυτής της «αξιολόγησης» έχει προετοιμαστεί κατάλληλα από τα ΜΜΕ και τις δηλώσεις αρμόδιων παραγόντων της κυβέρνησης. Μιας αξιολόγησης που βασίζεται σε κριτήρια κατά βάση υποκειμενικά και αυθαίρετα, που μπορούν να αξιοποιούνται κατά βούληση από «μονοπρόσωπα» όργανα αξιολόγησης, επιλεγμένα σε μεγάλο βαθμό με κομματικά κριτήρια.

Μέσω αυτής της διαδικασίας προωθούνται η μετατροπή των σχολικών συμβούλων από επιστημονικούς συνεργάτες και καθοδηγητές σε όργανα ελέγχου και ιδεολογικής επιβολής, τη υπονόμευση της δημοκρατικής λειτουργίας του συλλόγου διδασκόντων και η ουσιαστική ακύρωση του ρόλου του, η διόγκωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών και η επιστροφή στον παλιό «επιθεωρητισμό».

Τέλος, δεν είναι τυχαία η σύμπτωση αυτών των εξελίξεων με την απόπειρα αναβίωσης των πρότυπων σχολείων στη λογική μιας ελιτίστικης μαθητικής «αριστείας». Σχετικό ρεπορτάζ στο «Βήμα» (27-1-13), με τίτλο  «Σχολεία των ‘αρίστων’ ξανά τα πειραματικά», είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό. Η επαναφορά των ελιτίστικων πρότυπων σχολείων στη θέση των πειραματικών επιλέγεται ως μέσο, κατά το δημοσίευμα, «… για να εμπνεύσουν την ανάγκη της αριστείας και στο υπόλοιπο εκπαιδευτικό σύστημα», «κατ’ αρχήν με απλά διαγνωστικά τεστ.» Η κατάργηση της διαδικασίας της κλήρωσης των υποψηφίων για τα πρότυπα σχολεία και η επαναφορά των εισαγωγικών εξετάσεων μετά την τελευταία τάξη του Δημοτικού, όπως και κατά τη μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, θα είναι στις άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης, και μάλιστα από τον προσεχή Σεπτέμβριο. Επίσης, προβλέπεται ή ίδρυση ομίλων αριστείας σε αυτά τα σχολεία. Ωστόσο, για να μη δημιουργούνται παρανοήσεις,  «… η ευθύνη και τα έξοδα μετακίνησης των μαθητών βαρύνουν τους ασκούντες τη γονική τους μέριμνα, τόσο για την πλήρη φοίτησή τους όσο και για τη φοίτησή τους στους ομίλους», σύμφωνα με το παραπάνω δημοσίευμα.

 

Advertisements