Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: Προβλήματα και προοπτική

Posted on Updated on


Παύλος Χαραμής

Εκπαιδευτικός, μέλος Δ.Σ. του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ

 Το νέο σκηνικό

Σε ένα σκηνικό πολύ διαφορετικό από το σύνηθες διεκπεραιώθηκε στη Βουλή το καθιερωμένο τελετουργικό της συζήτησης επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης. Βασικά χαρακτηριστικά του, από τη μία πλευρά η σύσταση της νέας τρισυπόστατης μνημονιακής κυβέρνησης και από την άλλη η σημαντική ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, στοιχείο που αναδεικνύεται σε μήτρα θετικών εξελίξεων στην πολιτική ζωή της χώρας. 

Το ερμαφρόδιτο κυβερνητικό σχήμα, δεσμευμένο πολλαπλά στην απαρέγκλιτη τήρηση ανειλημμένων μνημονιακών δεσμεύσεων, είχε ελάχιστα περιθώρια να προβάλει ένα συνεκτικό και κατάλληλα τεκμηριωμένο εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Στις δεσμεύσεις αυτές πρέπει κυρίως να αναζητηθούν οι λόγοι που οδήγησαν την ηγεσία του υπ. Παιδείας στην εκφορά ενός πολιτικού λόγου ασαφούς και γενικόλογου, διάστικτου από αντιφατικές και αντικρουόμενες απόψεις, και δευτερευόντως μόνο μπορούν να εντοπιστούν στις διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις των κυβερνητικών εταίρων.

Με αυτά τα δεδομένα ήταν αναμενόμενο να προκύψει κατά τη συζήτηση στη Βουλή ένας άνευρος και ανούσιος κυβερνητικός λόγος που, αν είχε κάτι, έστω, να πει για τα επείγοντα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι δυνατότητές του περιορίζονταν ασφυκτικά σε ό,τι αφορά τα εξίσου φλέγοντα ζητήματα του Δημοτικού, του Γυμνασίου και της Λυκειακής βαθμίδας. Οι αμήχανοι τέσσερις άξονες, στους οποίους οργάνωσε την επιχειρηματολογία του ο νέος υπουργός Παιδείας για να εκθέσει τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό της κυβέρνησης σε αυτές τις βαθμίδες, φάνηκαν εξαρχής υπονομευμένοι από τις δεσμεύσεις της γενικότερης μνημονιακής πολιτικής της, που μετεκλογικά έχει αποδειχτεί πλέον μη διαπραγματεύσιμη, αλλά και από την εμφανή απουσία στοιχειώδους προεκλογικού σχεδιασμού.

Δεν θα είναι, λοιπόν, καθόλου περίεργο αν τα «ανοιχτά» ζητήματα που κληροδότησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις –σχέδια νόμου, επεξεργασίες ομάδων εργασίας και επιτροπών, πορίσματα του «εθνικού διαλόγου» κ.τ.ό.- προορίζονται να αποτελέσουν και την πιο πρόσφορη δεξαμενή άντλησης ιδεών και προτύπων εφαρμογής και για την παρούσα κυβέρνηση, όπως π.χ. στην περίπτωση του Λυκείου (γενικού και τεχνολογικού), της αξιολόγησης των «παραγόντων της εκπαίδευσης» και των προγραμμάτων σπουδών. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια εύκολή λύση, που δεν μπορεί να προφυλάξει την ηγεσία του υπ. Παιδείας από τις διαρκείς τριβές και αντιπαραθέσεις μεταξύ των εταίρων της, δεδομένων των μεταξύ τους διαφορών σε θέματα ιδεολογίας, πρακτικής και επιδιώξεων.

Το στοίχημα του Σεπτέμβρη

Η πρώτη δοκιμασία για τη νέα κυβέρνηση τοποθετείται στον προσεχή Σεπτέμβρη και αφορά το βαθμό επάρκειας της προετοιμασίας του εκπαιδευτικού συστήματος ενόψει της έναρξης των μαθημάτων. Ο λόγος βέβαια αφορά τα «στοιχειώδη» και τα «χρειώδη» της εκπαίδευσης, αυτά που σε κάθε άλλη σύγχρονη χώρα της Ευρώπης θεωρούνται αυτονόητες προϋποθέσεις επαρκούς λειτουργίας ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Ο υπουργός έσπευσε να δηλώσει στη Βουλή ότι τα σχολεία θα ξεκινήσουν τη λειτουργία τους απρόσκοπτα, ωστόσο η περιορισμένη εμπειρία που διαθέτει από παρόμοιες καταστάσεις δεν επιτρέπει καμία αισιοδοξία. Αντίθετα, είναι πολλές οι ενδείξεις που τείνουν στο ότι ούτε τα βιβλία θα είναι στην ώρα τους στα σχολεία ούτε το κουβάρι διορισμών, μεταθέσεων, αποσπάσεων και τοποθετήσεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών θα έχει ξετυλιχτεί ως τις αρχές του Σεπτέμβρη.

Αν περιοριστούμε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπου η κατάσταση και την προηγούμενη σχολική χρονιά ήταν ιδιαίτερα οξυμένη, η καθυστερημένη αποστολή πολλών διδακτικών βιβλίων με την έναρξη των μαθημάτων είναι σχεδόν βέβαιη, ενώ τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα στην Τεχνική – Επαγγελματική Εκπαίδευση. Αλλά και στον τομέα των κτιριακών υποδομών εντοπίζονται κατά περιοχές σοβαρά προβλήματα (συστεγάσεις, ανεπάρκεια διδακτηρίων, εργαστηρίων και εξοπλισμού), ενώ πολλές φορές και οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις έναντι των σχολείων αρμοδιότητάς τους. Η όλη κατάσταση θα επιδεινωθεί αφόρητα στην περίπτωση που θα συνεχιστεί η αδιέξοδη πολιτική των καταργήσεων / συγχωνεύσεων σχολικών μονάδων με βασικό κριτήριο την εξοικονόμηση πόρων, και μάλιστα χωρίς να έχουν διευθετηθεί έγκαιρα τα ζητήματα της μετακίνησης των μαθητών και μαθητριών που διαμένουν σε μεγάλη απόσταση από την έδρα του σχολείου.

Το «τι» και το «πώς» της διδακτικής διαδικασίας

Τα περισσότερα «ανοιχτά» προβλήματα που κληρονόμησε η σημερινή κυβέρνηση αφορούν το περιεχόμενο και τη δομή της εκπαίδευσης (ιδίως της λυκειακής), το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα ζητήματα «ποιότητας» και «ισότητας» στις εκπαιδευτικές ευκαιρίες και τα ζητήματα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Πρόκειται για το πεδίο όπου εκδηλώνονται και οι πιο σοβαρές δυσκολίες και αντιφάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η κυβέρνηση διακηρύσσει το ενδιαφέρον της για «ποιότητα της προσφερόμενης παιδείας σε όλους» και μάλιστα «σε κάθε γωνιά του κόσμου όπου υπάρχουν Ελληνόπουλα», όπως και στα «παιδιά με αναπηρία» ή τα παιδιά που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, την ίδια στιγμή καταργεί ή περιορίζει δομές υποστήριξης των παιδιών αυτών των κατηγοριών (ενισχυτική διδασκαλία, πρόσθετη διδακτική στήριξη, τάξεις υποδοχής και φροντιστηριακά τμήματα, τάξεις ένταξης κ.λπ.), ενώ ψαλιδίζεται και η παιδεία των ελληνόπουλων που ζουν στο εξωτερικό. Υπόσχεται ανέξοδα στη Βουλή ότι θα εφαρμόσει «Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας» στα πιο υποβαθμισμένα σχολεία, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τις κάθε λογής διακρίσεις σε βάρος των μεταναστόπουλων. Παράλληλα, με τη γενικότερη πολιτική που ακολουθεί καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη η παραμονή και η επιβίωση των μεταναστών στην Ελλάδα. Έτσι δεν είναι καθόλου τυχαίο το μεγάλο ποσοστό της μαθητικής διαρροής από τη γενική εκπαίδευση, όπως δείχνουν και πρόσφατες έρευνες της Eurostat, που πλήττει ιδιαίτερα τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής.

Διακηρύσσει η κυβέρνηση ένα Λύκειο με «έμφαση στην ανθρωπιστική παιδεία» και «συνετή αντιμετώπιση όλων των διδακτικών αντικειμένων», συνάμα όμως διατηρεί το διπλό δίκτυο της γενικής και της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι αρνείται να δεσμευτεί για την εξασφάλιση τομέων της γνώσης και δραστηριοτήτων όπως, π.χ., πολιτειακή εκπαίδευση, ιστορία, φυσικές επιστήμες, κοινωνιολογία, περιβαλλοντική εκπαίδευση και αισθητική αγωγή, για όλους τους μαθητές και μαθήτριες της γενικής και της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Προβάλλει, τέλος, την ανάγκη επαρκούς στήριξης των «ανθρώπων της εκπαίδευσης», που μόνοι αυτοί μπορούν «να δώσουν σάρκα και οστά στην αναβάθμιση της παιδείας», ενώ τους επιφυλάσσει απάνθρωπες περικοπές αποδοχών (ιδίως στους νεότερους), ελαστικές εργασιακές σχέσεις αλλά και απολύσεις υπό την δαμόκλειο σπάθη της αξιολόγησης. Όσο για το όψιμο ενδιαφέρον για την επιμόρφωση και τη βελτίωση των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών, είναι εύγλωττη η πρόσφατη υπουργική απόφαση με την οποία καταργούνται οι εκπαιδευτικές άδειες ακόμη και για υποτρόφους του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών.

Οι αδυναμίες, οι δυσκολίες και οι αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την εκπαιδευτική πολιτική της νέας κυβέρνησης φαίνεται ότι θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη ένταση των προβλημάτων της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες. Η σταθερή προσήλωσή μας σε ένα διαφορετικό εκπαιδευτικό όραμα είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Ταυτόχρονα απαιτείται συστηματική μελέτη των εκπαιδευτικών προβλημάτων, αυξημένη κοινωνική ευαισθησία, εμπνευσμένες δράσεις αλληλεγγύης και συνεργασίας και η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όσων ενδιαφέρονται για μια άλλη εκπαίδευση.

Advertisements