H εκπαιδευτική αξιολόγηση τον καιρό των μνημονίων

Posted on Updated on


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ*

ΠΑΥΛΟΣ ΧΑΡΑΜΗΣ**

Ηεκπαιδευτική αξιολόγηση έχει αναδειχτεί σε

κεντρικής σημασίας ζήτημα το τελευταίο διά-

στημα. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε

άλλες ευρωπαϊκές χώρες παρατηρείται μια ιδιαίτερη

επικέντρωση στις διαδικασίες αξιολόγησης συγκεκρι-

μένων παραγόντων της εκπαιδευτικής διαδικασίας

και κυρίως των εκπαιδευτικών. Η τάση αυτή συμβα-

δίζει με την προφανή επιδίωξη των κυρίαρχων κύ-

κλων να συρρικνώσουν βασικές δημόσιες λειτουργίες

και υπηρεσίες, ανάμεσα σε αυτές και την εκπαίδευση.

Έκφραση αυτών των τάσεων στον ελληνικό χώρο

υπήρξαν συνεχείς απόπειρες νομοθετικών ρυθμίσεων

σχετικά με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και

του εκπαιδευτικού έργου συνολικά, οι οποίες ωστόσο

συνάντησαν ισχυρή αντίδραση από την πλευρά της

εκπαιδευτικής κοινότητας.

Η πιο πρόσφατη από αυτές

αφορά το νόμο «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευ-

τικού, καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρα-

τίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», που ψή-

φισε πριν δύο χρόνια η Βουλή. Σ’ αυτόν τονίζεται ότι

«την αξιολόγηση της δράσης των σχολικών μονάδων

κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ακολουθεί η

αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, η οποία πραγματο-

ποιείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις».

Παράλληλα, πληθαίνουν διαρκώς οι απόπειρες, όχι

μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, για την επιβολή

διαδικασιών αξιολόγησης στην εκπαίδευση “από τα

πάνω” και “από τα έξω”. Χαρακτηριστικό είναι το πα-

ράδειγμα του διεθνούς προγράμματος εκπαιδευτικής

αξιολόγησης PISA του ΟΟΣΑ. Συνήθης στόχος τέτοι-

ων πρακτικών είναι η συγκέντρωση «συγκρίσιμων»

στοιχείων σχετικών με την αποτελεσματικότητα των

σχολικών μονάδων και η διαμόρφωση σχετικών πι-

νάκων αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα αυτών των

προγραμμάτων αξιοποιούνται κατά κύριο λόγο για

την κατάταξη των σχολικών μονάδων, των περιφερει-

ών ή των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων βάσει

των επιδόσεων σε κοινές εξετάσεις και την ενίσχυση

του μεταξύ των ανταγωνισμού.

Η επικέντρωση στην αξιολόγηση των εκπαιδευτι-

κών θεωρείται από την επίσημη εκπαιδευτική πολιτι-

κή αδήριτη ανάγκη τουλάχιστον για τρεις λόγους.

Πρώτο, γιατί πρέπει να ασκηθεί πίεση στο εκπαιδευτι-

κό σώμα να υποχρεωθεί να υιοθετήσει ένα νέο πλαίσιο

αντιλήψεων και πρακτικών που υποτίθεται ότι στοιχεί

προς τις τεχνικο-οικονομικές εξελίξεις, στην ουσία,

δηλαδή, να υιοθετήσει μια πρακτική συνεχών ανα-

προσαρμογών με βάση τα κυρίαρχα προτάγματα του

νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Δεύτερο, γιατί επι-

διώκεται να μειωθεί η δυνατότητα των εκπαιδευτικών

να αμφισβητούν τις αξίες στις οποίες στηρίζεται η σύγ-

χρονη καπιταλιστική ανάπτυξη, όπως είναι η ανταγω-

νιστικότητα, η κυριαρχία του οικονομικά ισχυρού, η

τυπική «αξιοκρατία» κ.ά. Τέλος, η αξιολόγηση θεωρεί-

ται ότι θα συμβάλει αποφασιστικά στον πειθαναγκα-

σμό των εκπαιδευτικών να αποδεχτούν την πρωτοφα-

νή επιδείνωση του επιπέδου ζωής και των συνθηκών

εργασίας που προωθεί η μνημονιακή πολιτική.

Ειδικά ο τελευταίος στόχος αποκτά ιδιαίτερη σημα-

σία στη συγκεκριμένη συγκυρία, που σηματοδοτείται

από τους σκληρούς αγώνες των εκπαιδευτικών, όπως

και όλων των εργαζομένων, ενάντια στις ασκούμενες

πολιτικές. Είναι φανερό ότι στο σχολείο της οικονομι-

κής εξαθλίωσης, της εκπαιδευτικής υποβάθμισης και

της συνεχούς συρρίκνωσης, η αξιολόγηση των εκπαι-

δευτικών σε συνδυασμό με το φόβητρο της μισθολο-

γικής καθήλωσης και τη δαμόκλειο σπάθη της οριστι-

κής απόλυσης θα καταστεί το βασικό εργαλείο επιβο-

λής της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και της

τρόικας.

Οι εξελίξεις στην παγκόσμια κλίμακα σχετίζονται

άμεσα με όσα συμβαίνουν στη χώρα μας. Η συμφωνία

GATS, για παράδειγμα, όχι μόνο ορίζει το πλαίσιο πα-

ροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, τις οποίες ουσιαστι-

κά επιδιώκει να μετατρέψει σε εμπόρευμα, αλλά επη-

ρεάζει καθοριστικά και στην ουσία αμφισβητεί τη σχέ-

ση των εκπαιδευτικών με το κράτος, που είναι ο κύ-

ριος εργοδότης τους. Γι’ αυτό και η παραδοσιακή τάση

να αναλύονται τα εκπαιδευτικά φαινόμενα αποκλει-

στικά στο εθνικό πλαίσιο οδηγεί σε ανεπαρκείς επε-

ξεργασίες, που αδυνατούν να συλλάβουν τη σημασία

που έχουν οι μεταβολές που απορρέουν από την παγ-

κοσμιοποίηση και, κυρίως, το μεταβαλλόμενο ρόλο

της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών.

Αντίστοιχες τάσεις και εξελίξεις έχουν διαφανεί και

στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα. Στην

προσπάθεια χειραγώγησης, ελέγχου και πειθαναγκα-

σμού των εκπαιδευτικών μεθοδεύονται συκοφαντικές

επιθέσεις μέσα και έξω από τη Βουλή, ενώ καθημερι-

νά επιστρατεύονται και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Οι απώτερες επιδιώξεις αυτών των ενεργειών δύσκο-

λα μπορούν να καλυφθούν. Η ηθική μείωση και η

υπονόμευση της αξιοπρέπειας ενός κλάδου που έχει

επιβεβαιώσει πολλές φορές την αγωνιστικότητα και

τη συναίσθηση της κοινωνικής ευθύνης που τον δια-

κρίνει φαίνεται ότι θεωρείται μονόδρομος από τους

κυρίαρχους κύκλους για να γίνουν πράξη οι νεοφιλε-

λεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Μοχλός αυτών των

εξελίξεων είναι η διαδικασία της αξιολόγησης.

Η Υπουργός Παιδείας της χώρας μας ανακοίνωσε

στις 22/1/12 ότι «φέτος θα εφαρμοστεί υποχρεωτικά

η αξιολόγηση γιατί όσοι καθηγητές και δάσκαλοι δεν

συμμετέχουν δεν θα μπορούν να έχουν καμία εξέλι-

ξη». Επιβεβαιώνει η Υπουργός ότι οι ρυθμίσεις του νό-

μου 4024/11, που αναφέρονται στην αξιολόγηση των

Δημοσίων υπαλλήλων για προαγωγή από βαθμό σε

βαθμό και για την εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια,

θα αξιοποιηθούν για τη μισθολογική καθήλωση της

μεγάλης πλειονότητας των εκπαιδευτικών. Σε συνέ-

χεια των Υπουργικών δηλώσεων υπήρξαν δημοσιεύ-

ματα με τίτλο «οι επιδόσεις των μαθητών θα είναι κρι-

τήριο στην αξιολόγηση των δασκάλων και των καθη-

γητών» (Νέα 23/1/12).

Είναι φανερό ότι τα συστήματα αξιολόγησης των

εκπαιδευτικών μέσω της επίδοσης των μαθητών παί-

ζουν και έναν άλλο ρόλο. Μέσα από την ομοιομορφία

των στατιστικών δεδομένων που απεικονίζουν τις

επιδόσεις των παιδιών επιχειρούν να συγκαλύψουν

την ταξική διάσταση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Καθώς η εκπαιδευτική επιτυχία ή αποτυχία των παι-

διών στις εξετάσεις αποδίδεται στην ικανότητα και το

ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών, θέλουν να αποκρύ-

ψουν τους κοινωνικούς παράγοντες που ευθύνονται

για τη σχολική αποτυχία, τη διαρροή από την εκπαί-

δευση και το λειτουργικό αναλφαβητισμό, όπως και

τις ευθύνες της εκπαιδευτικής πολιτικής, που συμ-

βάλλει στην αναπαραγωγή αυτών των φαινομένων.

Στις 21/1/12 ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμι-

σης κ. Ρέππας ανακοίνωσε ότι «προωθείται η αξιολό-

γηση και αναδιοργάνωση των υπηρεσιών, οι καταρ-

γήσεις και ο περιορισμός οργανικών θέσεων από τις

Επιτροπές Αναδιοργάνωσης κάθε υπουργείου αλλά

και η αξιολόγηση του προσωπικού από τον ΑΣΕΠ

έπειτα από γραπτές εξετάσεις και συνέντευξη». Στην

ουσία οι παραπάνω διαδικασίες θα αποτελέσουν τα

εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση για κα-

τάργηση Δημοσίων υπηρεσιών (μείωση κατά 30%

των υπηρεσιακών μονάδων) και απολύσεις στο Δη-

μόσιο έχοντας ήδη ψηφίσει το σχεδιασμό για μείωση

των δημοσίων υπαλλήλων κατά 150.000 ως το 2015.

Δρομολογείται ήδη η πρόβλεψη του νέου μνημονί-

ου για εκδίωξη 15.000 Δημοσίων Υπαλλήλων μέχρι

τα τέλη του 2012 μετά από κατάργηση αυτοτελών

υπηρεσιών και μετά από αξιολόγηση από ιδιωτικές

εταιρείες που θα εισηγούνται «ποιοί υπάλληλοι βαθ-

μολογούνται θετικά και πρέπει να παραμείνουν στις

υπηρεσίες τους και ποιοι κόβονται». Είναι σαφές ότι

στον αριθμό των 15.000 Δημοσίων Υπαλλήλων περι-

λαμβάνονται 5.000 περίπου εκπαιδευτικοί.

Ο κ. Ρέππας κομπάζει και παραδέχεται κυνικά ότι

με την εφεδρεία και την προσυνταξιοδοτική διαθεσι-

μότητα ανατρέπεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη

μονιμότητα και ανοίγει ουσιαστικά ο δρόμος για την

παραπέρα μείωση του προσωπικού, ακόμη και με

απολύσεις.

Οι Συνεργαζόμενες Εκπαιδευτικές Κινήσεις εκτι-

μούν ότι στρατηγική επιλογή των κυβερνήσεων της

χώρας μας είναι η εκπαίδευση να αντιστοιχηθεί με τις

ανάγκες της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότη-

τας του διεθνούς κεφαλαίου, με επιχειρηματικά κρι-

τήρια. Από αυτό απορρέουν οι τάσεις εμπορευματο-

ποίησης, η προτεραιότητα στην κατάρτιση έναντι της

μόρφωσης, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέ-

σεων, η προώθηση της αξιολόγησης-χειραγώγησης

των εκπαιδευτικών, η ενίσχυση με νέες διαστάσεις

των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η μετατροπή της εκπαίδευσης από δημόσιο κοινω-

νικό αγαθό και υποχρέωση του κράτους σε εμπόρευ-

μα είναι βασική απόρροια αυτής της πολιτικής. Προ-

ωθείται η ιδιωτικοποίηση σε όλο το εκπαιδευτικό φά-

σμα και η δραστική μείωση των δημόσιων επενδύσε-

ων, με παράλληλη εισβολή των επιχειρήσεων και

ιδιωτικοποίηση των πιο κερδοφόρων τομέων της εκ-

παίδευσης.

Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς

πειθαρχημένους και χειραγωγούμενους εκπαιδευτι-

κούς. Η αξιολόγηση-χειραγώγηση των εκπαιδευτι-

κών είναι το απαραίτητο εργαλείο για την πλήρη

υπαλληλοποίησή τους. Αυτή η στόχευση προωθείται

με τις ρυθμίσεις για τη διοικητική αναδιάρθρωση της

εκπαίδευσης. Η περιφέρεια καθίσταται, σε ακόμα με-

γαλύτερο βαθμό, ιμάντας μεταβίβασης των κεντρικών

εντολών, η σχολική μονάδα προσδένεται πιο ασφυκτι-

κά στον κεντρικό έλεγχο και ο διευθυντής-«μάνατζερ»

του σχολείου καθίσταται τοποτηρητής της εκπαιδευ-

τικής ιεραρχίας.

Η εκπαιδευτική κοινότητα αντιπαρατέθηκε εδώ και

30 χρόνια στις προσπάθειες όλων των κυβερνήσεων

να επιβάλουν τον αυταρχισμό και τη χειραγώγηση

των εκπαιδευτικών. Επιμένουμε και σήμερα στις πα-

ρακάτω θέσεις:

l Απορρίπτουμε κάθε αυταρχικό και αντιδημοκρα-

τικό θεσμικό πλαίσιο που στο όνομα της αξιολόγησης

δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης και υποταγής στο χώρο

του σχολείου με τον υποκειμενικό και αυθαίρετο έλεγ-

χο από μονοπρόσωπα και ελεγχόμενα όργανα (σχολι-

κός σύμβουλος – διευθυντής).

l Δε θα επιτρέψουμε τη μετάλλαξη του σχολικού

συμβούλου σε αξιολογητή-επιθεωρητή. Αντίθετα,

απαιτούμε την αναβάθμιση του ρόλου του σε εκείνον

του επιστημονικού και παιδαγωγικού συμβούλου και

συνεργάτη.

l Αρνούμαστε κάθε απόπειρα σύνδεσης του μι-

σθού, του βαθμού ή της μονιμότητας με την «απόδο-

ση» του εκπαιδευτικού.

l Απαιτούμε την ανάδειξη του συλλόγου των κα-

θηγητών σε κυρίαρχο όργανο στη διαδικασία προ-

γραμματισμού, παρακολούθησης και αποτίμησης του

εκπαιδευτικού έργου και στην ανάδειξη των στελε-

χών της σχολικής μονάδας.

l Διεκδικούμε θεσμούς πραγματικής ενίσχυσης

του εκπαιδευτικού έργου και του εκπαιδευτικού απαι-

τώντας εκδημοκρατισμό, ουσιαστική επιμόρφωση και

οικονομικά μέσα που θα στηρίζουν στην πράξη πρω-

τοβουλίες του συλλόγου καθηγητών με τη συνεργα-

σία των σχολικών συμβούλων.

Το σύνολο των θέσεών μας για μια ουσιαστική,

δημοκρατική, συμμετοχική και δημιουργική αποτί-

μηση του εκπαιδευτικού έργου προϋποθέτει ένα άλ-

λο, δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, ριζικά δια-

φορετικό από το σημερινό. Η δράση μας σήμερα

προς αυτή την κατεύθυνση δημιουργεί τις κοινωνι-

κές και πολιτικές προϋποθέσεις για ένα δημοκρατι-

κό μετασχηματισμό του εκπαιδευτικού συστήματος,

στο πλαίσιο ευρύτερων ριζοσπαστικών ανατροπών

στη χώρα μας.

**Αντιπρόεδρος Γ.Σ. της ΑΔΕΔΥ

* Αντιπρόεδρος Δ.Σ. ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. της ΟΛΜΕ

Advertisements