Η αποκέντρωση της εκπαίδευσης βλάπτει σοβαρά τη… δημόσια παιδεία

Posted on


του Δημήτρη Δαμασκηνού


Στην Ελλάδα το κράτος,  από την ίδρυσή του ακόμα, κυριαρχείται από μία ενδογενή αντίφαση:
α) αφενός κρίνεται πολύ μικρό, για να αντεπεξέλθει στα μεγάλα ζητήματα (π.χ. άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, εξωτερικής πολιτικής και άμυνας): Γι’ αυτό προσάγεται…‘σιδηροδέσμιο’ μέσα σε υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως είναι η Ε.Ε., το ΝΑΤΟ και το Δ.Ν.Τ., που μαζί με την κυβέρνηση Παπαδήμου ζητούν συναίνεση για νέα μέτρα που θα σώσουν τις τράπεζες και θα ανεβάσουν την κερδοφορία των κεφαλαίων τους, και
β) αφετέρου κρίνεται πολύ μεγάλο, για να διαχειριστεί τα ‘μικρά’ προβλήματα στη γειτονιά, το δήμο και το νομό: Η νέα αρχιτεκτονική του Καλλικράτη, συγκεντρώνοντας μεγάλα πληθυσμιακά σύνολα στους νέους Δήμους και στις Περιφέρειες, θέλει να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας και προϋποθέσεις για νέες κερδοφόρες επενδυτικές διεισδύσεις και ευκαιρίες του μεγάλου κεφαλαίου σε όλους τους τομείς -και σ’ αυτούς των κοινωνικών υπηρεσιών- χωρίς τις χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες πολλές φορές των μικρών O.T.A. (Δήμων, Kοινοτήτων κ.λπ.), μακριά και πέρα από τον όποιο κοινωνικό έλεγχο των εργαζομένων και των πολιτών.
Η επέλαση του σχολείου της αγοράς στην εκπαίδευση γίνεται και με την προώθηση της διαδικασίας της αποκέντρωσης, διαδικασία που δεν είναι ασφαλώς τωρινή, αλλά που έχει ήδη ανοίξει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τους ν. 2218 και 2240/94.
Συνεχής ήταν η προσπάθεια των κυβερνήσεων, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, για την προώθηση της αποκέντρωσης της εκπαίδευσης την προηγούμενη δεκαετία.
H προσφάτως ανατραπείσα (;) κυβέρνηση του ΠAΣOK, όμως, υπό τον Γ. Α. Παπανδρέου, και η υπουργός Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου επανέφεραν με μεγαλύτερη ένταση τη λεγόμενη αποκέντρωση-περιφερειοποίηση της σχολικής εκπαίδευσης, με λίγα λόγια το πέρασμα των σχολείων στους δήμους. Η πρώην επίτροπος της Ε.Ε. μάλιστα δήλωσε ότι στα πλαίσια της διοικητικής μεταρρύθμισης της χώρας, η αυτοδιοίκηση και στο χώρο της εκπαίδευσης θα πρέπει να παίξει ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Παράλληλα, στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» ο πρώτος στρατηγικός στόχος περιλαμβάνει την «αναμόρφωση, εκσυγχρονισμό και αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος» [1].       

   
Το Μάιο του 2010 με το ν. Ν.3848-2010 ΦΕΚ 71/19-5-2010 «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού – καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις»  ολοκληρώθηκε η μια από τις τρεις νομοθετικές πρωτοβουλίες («προσαρμογή του Εκπαιδευτικού Συστήματος στη Νέα Διοικητική Αρχιτεκτονική της χώρας», «Επαγγελματική – Τεχνική Εκπαίδευση»). που αφορά στην υλοποίηση προγράμματος για το «Νέο Σχολείο». Ακολούθησε ο νέος νόμος για τα ΑΕΙ, για να μορφοποιηθεί το παζλ της κυβερνητικής παρέμβασης συνολικά στο χώρο της εκπαίδευσης.

Συγκεκριμένα:
-Ο νέος νόμος πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, τα μετατρέπει σε πλήρως ελεγχόμενες από την αγορά, επιχειρήσεις έρευνας και παροχής μορφωτικών υπηρεσιών, σε παραμάγαζα κατάρτισης. Πολλές σχολές ΑΕΙ κλείνουν. Όσες συνεχίσουν να λειτουργούν, θα διοικούνται από managers- εργοδότες – αφεντικά της πανεπιστημιακής κοινότητας και είναι βέβαιο πως θα τοποθετήσουν στην προκρούστεια κλίνη της βιωσιμότητας – ανταγωνιστικότητας όλες τις λειτουργίες των ΑΕΙ, αρχίζοντας από το πρόγραμμα σπουδών και την οργάνωση μεταπτυχιακών σπουδών και καταλήγοντας στις εργασιακές σχέσεις των ίδιων των διδασκόντων.
-Την ίδια στιγμή τα σχολεία μετατρέπονται σε αποθήκες κατάρτισης φθηνού εργατικού δυναμικού και μεταναστών για την αγορά. Ο αριθμός των μαθητών στην τάξη αυξάνει αντιστρόφως ανάλογα με τον αριθμό των διορισμών, που τείνουν να απαγορευτούν. Τα βιβλία με δόσεις, οι υποδομές (όπου υπάρχουν) χωρίς δυνατότητα συντήρησης και ό,τι ξεχωρίζει (ενισχυτική, μουσικά, αθλητικά, μετακινήσεις κλπ) στην κλίνη του Προκρούστη. Και πάνω σ’ αυτά τα ερείπια, συντελούνται με διθυράμβους οι βηματισμοί του «νέου σχολείου» μέσω ΕΣΠΑ. Σχολείο της αγοράς, φθηνό, αυταρχικό, εξοντωτικό και ελιτίστικο, σχολείο όχι γνώσεων και παιδείας, αλλά λειτουργικών δεξιοτήτων, στενής κατάρτισης και όχι γενικής γνώσης, σχολείο όπου θα βασιλεύει το πνεύμα του ανταγωνισμού, της κοινωνικής διαφοροποίησης και του «επιχειρείν».
-Το πτυχίο καταργείται μ’ ό, τι αυτό συνεπάγεται για τα επαγγελματικά δικαιώματα, και αντικαθίσταται από την ατομική κάρτα επιστημονικών προσόντων – δεξιοτήτων προς χρήση των εργοδοτών στη δια βίου εργασιακή περιπλάνηση των αποφοίτων.  Ιδιωτικοποιείται παραπέρα ο χώρος της μεταλυκειακής εκπαίδευσης, αφού αναβαθμίζονται τα ποικιλώνυμα ιδιωτικά ΙΕΚ και τα διαβόητα κολλέγια, μιας και τα μηδαμινής συνήθως αξίας διπλώματα που μέχρι σήμερα χορηγούν, θα υπολογίζονται στο άθροισμα πιστωτικών μονάδων κάποιου απόφοιτου της λυκειακής βαθμίδας (μαζί με γλώσσες, χρήση Η/Υ κλπ) για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και μάλιστα παρακάμπτοντας τη διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων.
-Η λυκειακή βαθμίδα θα συρρικνωθεί στο μισό και χιλιάδες θέσεις εργασίας θα εξαφανιστούν, αφού με τις πανελλαδικού χαρακτήρα εξετάσεις στη Β’ και Γ’ Λυκείου στο όνομα της ελευθερίας επιλογής του προγράμματος σπουδών από τους μαθητές, χιλιάδες παιδιά των πιο υποβαθμισμένων γεωγραφικών περιοχών και κοινωνικών τάξεων θα αναγκαστούν να διακόψουν τις σπουδές τους σ’ αυτό το απέραντο εξεταστικό ναρκοπέδιο. Ακολουθούν οι νέες συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων τον Ιούνιο και η εργασιακή εφεδρεία για τους ‘πλεονάζοντες’ εκπαιδευτικούς.

-Η πολύπαθη επαγγελματική εκπαίδευση θα ιδιωτικοποιηθεί σχεδόν στο σύνολό της και θα μετατραπεί σε τριμηνιαίες καταρτίσεις από ιδιώτες managers που προσλαμβάνουν οι φορείς του Καλλικράτη. Οι προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας είναι με το σ/ν για το «Τεχνολογικό Λύκειο» να καταργηθούν οι ΕΠΑ.Σ. και οι περισσότερες, πιο μαζικές και σύγχρονες ειδικότητες των ΕΠΑ.Λ. (δηλαδή αυτές που παρουσιάζουν προφανές επιχειρηματικό ενδιαφέρον), για να μπορέσουν οι  managers-ιδιώτες του Καλλικράτη, ιδρύοντας σχολές κατάρτισης να απορροφήσουν τα κονδύλια του 4ου Κοινοτικού Πλαίσιου Στήριξης. Βορά σ’ αυτούς στέλνονται όλα τα παιδιά που θα αποβάλλει το νέο σύστημα των Πανελλήνιων Εξετάσεων στη Β’ και Γ’ Λυκείου.

Το υπουργείο Παιδείας, όταν κάνει λόγο για ένα  «σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία, σε αρμονική σύνδεση με τη Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης», είναι φανερό ότι επιχειρεί, μέσα από την επιχείρηση «αποκέντρωση της εκπαίδευσης», να προωθήσει την ιδιωτικοποίηση και να δοκιμάσει συνολικά το μοντέλο του ευέλικτου, «αποκεντρωμένου» σχολείου της αγοράς. Συγκεκριμένα επιδιώκεται:
Με τις προωθούμενες αλλαγές συγκεκριμένα επιδιώκεται: 
 
-Η καθήλωση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση και η μετάθεση του κόστους λειτουργίας των σχολικών μονάδων στους δήμους και ουσιαστικά στους εργαζόμενους, με την επιβολή τοπικής φορολογίας. Είναι φανερό, ότι κάτω από το βάρος των λειτουργικών εξόδων, που βέβαια και σήμερα υπάρχουν, οι διάφοροι «τοπικοί παράγοντες» θα οδηγήσουν ένα μεγάλο αριθμό σχολικών μονάδων σε αφανισμό. Θα επιχειρείται η συγκέντρωση των μαθητών σε όσο το δυνατό πιο μεγάλα τμήματα, ενώ σε κάποια φάση όταν ο κίνδυνος του κλεισίματος των σχολείων αυτών θα είναι εμφανής, θα επιβάλλονται και τα λεγόμενα ανταποδοτικά τέλη, σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία τους [2].
-Στα πλαίσια της αποκέντρωσης  είναι προφανές ότι ο εκπαιδευτικός καλείται να μετατραπεί σε μάνατζερ – διαχειριστή, που θα είναι υποχρεωμένος ν’ αναζητά πηγές χρηματοδότησης για τη λειτουργία του σχολείου.
-Τα «αποκεντρωμένα» σχολεία, για παράδειγμα, θα παραμερίζουν πιο εύκολα τη γενική μόρφωση σε όφελος των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά, για να γίνονται πιο προσφιλή στις επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Η παιδαγωγική και η διδακτική οφείλουν να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και θα προσαρμόζει τη λειτουργία του σ’ αυτή την προοπτική. Η ευρωπαϊκή εμπειρία από τις χώρες εφαρμογής αυτού του μοντέλου, είναι χαρακτηριστική. Περισσότεροι φόροι και άνοιγμα των σχολείων στις επιχειρήσεις.
 
Γι’ αυτό ένα αυθεντικό πανεκπαιδευτικό κίνημα που θα συγκινεί και θα συσπειρώνει όλο το λαό στο χωριό και την πόλη πρέπει πρωτίστως να παλέψει για να ανατραπεί η στρατηγική της Λισσαβόνας στην εκπαίδευση, που -με όχημα την αποκέντρωση- επιδιώκει την ανάπτυξη του φτηνού ευέλικτου σχολείου της αγοράς και να διεκδικήσει μαζί με όλον το λαό εκπαίδευση για τις ανάγκες και τα δικαιώματα της νεολαίας και της κοινωνίας. Να πει όχι στο σχολείο της  αγοράς! Να απαιτήσει ένα δημόσιο, δωρεάν σχολείο στο οποίο θα έχει πρόσβαση κάθε παιδί στη γειτονιά και το χωριό  του, με όλη την απαραίτητη υποδομή. Ένα σχολείο που δεν θα βλέπει το μαθητή σαν μελλοντικό  υπάλληλο και εργάτη, αλλά σαν ενεργό πολίτη που παλεύει για ένα δίκαιο κόσμο. Ένα σχολείο με τον εκπαιδευτικό να μπορεί να είναι στήριγμα και εμπνευστής, όχι ένας κακομοίρης που προσκυνά τους πάντες για να έχει την ησυχία του (οργανική, αύξηση, μετάθεση), πιόνι σε ένα αντιδραστικό σχολείο που θα αφήσει τον κόσμο όπως τον έχει βρει. Να αγωνιστεί για ένα ενιαίο 12χρovo σχολείο, δημόσιο και δωρεάν, με εκπαιδευτικούς μόνιμους, με σταθερή εργασία, ουσιαστική επιμόρφωση αξιοπρεπείς αποδοχές και ασφάλιση, με παιδαγωγική ελευθερία και δημοκρατία για όλους, μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς χωρίς διοικητικές παρεμβάσεις. Να απαιτήσει, τέλος, δίχρονη δημόσια επαγγελματική εκπαίδευση μετά το 12χρονο σχολείο.
Δημήτρης Δαμασκηνός, φιλόλογος