Αυτή η χώρα… δεν μας ανήκει!

Posted on Updated on


Του Δημήτρη Καζάκη

Οικονομολόγου – Αναλυτή

«Είμαστε αποφασισμέ­νοι να σώσουμε τη χώρα», φέρεται να είπε ο πρωθυπουρ­γός στο Υπουργικό Συμβούλιο της Δευτέρας. Αυτό, ύστερα απ’ όλα όσα πέρασε η χώρα και ο λαός τον τελευ­ταίο χρόνο, μόνο σαν απειλή μπορεί να εκληφθεί.

Ναι, κύριοι, είναι αποφασισμένοι να μας σώζουν, τόσο η κυβέρνηση όσο και τα αφεντικά της εντός και εκτός Ελλάδας, μέχρις ότου δεν αφή­σουν πέτρα πάνω σε πέτρα. Εδώ και μήνες, πριν καν μας επιβληθεί το μνη­μόνιο και ο «μηχανισμός στήριξης», λέμε και ξαναλέμε ότι η Ελλάδα και ο λαός της βρίσκονται μπροστά στη μεγαλύτερη απειλή που έχουν αντι­μετωπίσει ποτέ στην ιστορία τους. Κι αυτή η απειλή είναι ικανή να αφανί­σει τη χώρα, να την αφήσει σε ερεί­πια χωρίς καμιά δυνατότητα ανοικο­δόμησης.

Καταστροφικές επιλογές

Όμως οι θιασώτες της «διαρθρωτι­κής προσαρμογής» τίποτε δεν ξέχα­σαν και τίποτε δεν έμαθαν. Λες και ζούμε ένα διαρκές déjà vu. Τα ίδια και τα ίδια, ξανά και ξανά. «Δεν υπάρχει περιθώριο για άλλη πολιτική», δήλω­σε στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ το βρά­δυ της Δευτέρας ο υπουργός Οικο­νομικών και ανήγγειλε για μια ακόμη φορά ότι χωρίς την εκταμίευση της 5ης δόσης τον Ιούνιο η χώρα θα πάει σε στάση πληρωμών. Τα ταμειακά δι­αθέσιμα της χώρας φθάνουν έως τα μέσα Ιουλίου, μετά δεν θα μπορούν να πληρωθούν μισθοί, συντάξεις και η χώρα «κατεβάζει ρολά», τόνισε. Σημείωσε, δε, ότι όποιος κι αν ήταν υπουργός Οικονομικών στη θέση του, θα ακολουθούσε την ίδια πολιτική.

Αλήθεια, τι χρειάζεται να πάθει ακόμη η χώρα για να αρχίσουμε να συζητάμε ριζικά διαφορετικές πο­λιτικές προτάσεις; Πόσες καταστροφές πρέπει να υποστούμε; Πού πρέπει να καταλήξουμε; Υπάρχει κάποιο κα­τώτερο όριο, κάποια «κόκκινη γραμ­μή» ή όχι; Όσοι σήμερα χαρακτηρίζουν ως «καταστροφή» πολιτικές προτάσεις που πάνε κόντρα στη λογική του μνη­μονίου, της Ε.Ε., του ευρώ και του ΔΝΤ, εξαργυρώνουν επιταγές μεταφορικά και κυριολεκτικά. Δεν τους καίγεται καρφί για τη χώρα και τον λαό της, που στη συνείδησή τους τα έχουν πουλή­σει προ πολλού. Γιατί λοιπόν να αντιταχτούν σήμερα σ’ αυτό που γίνεται;

Ωστόσο, το πρωτοφανές θράσος και η προσωπική αποκτήνωση που απαιτείται σήμερα για να υποστηρίξει κα­νείς τις ίδιες καταστροφικές επιλογές, επιτρέπει στους κυβερνώντες να εί­ναι εξαιρετικά κυνικοί. Να τι ομολόγη­σε στην ομιλία του στον ΣΕΒ (24/5) ο υπουργός Οικονομικών: «Πριν από έναν χρόνο, αυτή την εποχή, στο υπουργείο Οικονομικών αγωνιούσαμε, αν 15 κυβερνήσεις στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα κατάφερναν να πείσουν τα Κοινοβούλιά τους, εγκαίρως, για να πληρωθεί στην Ελλάδα η πρώτη δόση του πρωτοφανούς δανείου των 80 δισ. ευρώ συν τα 30 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ. Χρήματα που χρειαζόμασταν για να μην κηρύξουμε στάση πληρωμών. Χρήματα που χρειαζόμασταν για να αποπληρώ­σουμε ένα ομόλογο, που έληγε εκείνη την εποχή και, αν δεν το αποπληρώνα­με, η χώρα απλώς θα πτώχευε και δεν θα μπορούσε να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, δη­μόσιες υπηρεσίες. Πράγματα που νομί­ζαμε ότι η Ελλάδα τα είχε ξεχάσει, πριν από πολλά χρόνια. Τους μήνες που εί­χαν περάσει, είχε γίνει μια προσπάθεια να πείσουμε τους Ευρωπαίους εταί­ρους μας, μέσα από τις δικές μας πρά­ξεις, για την ανάγκη δημιουργίας ενός μηχανισμού, που δεν υπήρχε μέχρι τό­τε στην Ευρώπη, για να στηρίξει οικο­νομίες σε δυσκολία. Ένας μηχανισμός που έγινε, κατ’ αρχάς, για την Ελλάδα, στη συνέχεια διαμορφώθηκε και για τις υπόλοιπες χώρες και με τις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλί­ου, θεσμοθετήθηκε και η μονιμότητά του, μετά το 2013».

Προσέξτε τι παραδέχεται ο κ. Παπακωνσταντίνου:

Τα χρήματα του μηχανισμού στήρι­ξης ήταν εξαρχής αναγκαία για να συνεχίσουμε να πληρώνουμε τα δανει­κά, δηλαδή τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα, και όχι για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις.

Μισθούς και συντάξεις δεν θα εί­χε να πληρώσει το κράτος μόνο αν κήρυττε επίσημη πτώχευση. Κι αυτό γι­ατί; Διότι ο κ. Παπακωνσταντίνου και η παρέα του είναι πρόθυμοι να δώσουν τα πάντα στους δανειστές του κράτους. Μισθούς, συντάξεις, κοινωνικά επιδό­ματα, δημόσιες υπηρεσίες. Κάτι που ήδη συμβαίνει με το μνημόνιο. Ούτε που τους περνά από το μυαλό ότι πτώ­χευση μπορεί να σημαίνει πως χάνουν οι δανειστές.

3Τους μήνες που προηγήθηκαν του μνημονίου, δηλαδή όλη την περίο­δο που μας έλεγαν ότι θα τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, η όλη πρεμούρα της κυβέρνησης ήταν να πείσει του «Ευρω­παίους εταίρους» να δημιουργηθεί ο μηχανισμός στήριξης με σκοπό να στη­ρίξει «οικονομίες σε δυσκολία». Δηλα­δή να εγγυηθεί τα λεφτά των κερδο­σκόπων και των τοκογλύφων.

4Αυτό που ενδιέφερε από την αρ­χή τον κ. Παπακωνσταντίνου, τον κ. Παπανδρέου και τη λοιπή παρέα δεν ήταν τι θα γίνει με την ελληνική οικονομία, ούτε ποια θα είναι η τύχη της Ελλά­δας, αλλά πώς θα εξυπηρετήσουν εκείνες τις δυνάμεις που ήθελαν να εξανα­γκάσουν την ευρωζώνη να αποκτήσει μόνιμο μηχανισμό χρεοκοπιών. Ποιες ήταν αυτές οι δυνάμεις; Μα προφανώς αυτές που κερδίζουν ασύστολα από τη διαχείριση των χρεών και την κερδο­σκοπία με ομόλογα και παράγωγα στις αγορές.

Με λίγα λόγια, τι ομολογεί εδώ ο κ. Παπακωνσταντίνου; Ότι ο ίδιος και η κυβέρνηση Παπανδρέου είναι σε δια­τεταγμένη υπηρεσία, εντεταλμένοι να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα των πιο αδίστακτων και κερδοσκοπικών δυνάμεων της αγοράς. Γι’ αυτό και δεν ιδρώ­νει το αυτί τους. Δεν τους αφορά ο δωσιλογισμός που διαπράττουν. Πατρίδα γι’ αυτούς δεν είναι παρά ένα ωραίο οικόπεδο σε μια προνομιακή γωνιά της διεθνούς οικονομίας και πολιτικής που μπορεί να εκποιηθεί εύκολα και γρή­γορα προς όφελος των παγκοσμιοποιημένων αγορών του κεφαλαίου. Τώρα αν υπάρχουν και 11 εκατομμύρια παρεί­σακτοι, αυτοί πολύ γρήγορα θα κατα­ντήσουν σαν τη νομαδική φτωχολογιά που ξεβράζει η θάλασσα στις ακτές της Ελλάδας.

Ανήκομεν στις αγορές

Άλλωστε η χώρα δεν ανήκει στον λαό της. Μας το διαβεβαιώνει και η Αριστερά αυτό. Ανήκει στο κεφάλαιο, στις αγορές, στην «Ευρώπη» και γενικά στη Δύση. Γι’ αυτό και ο Έλληνας εργάτης, ο Έλληνας εργαζόμενος πρέπει να ταυ­τίζεται με τον ξεριζωμένο και εξαθλι­ωμένο μετανάστη που σέρνεται από χώρα σε χώρα σε αναζήτηση του επι­ούσιου. Κι επομένως ο ελληνικός λαός πρέπει να εθιστεί μόνιμα στην ιδέα ότι σαν πολίτης της Ευρώπης και του κό­σμου δεν έχει κανένα δικαίωμα στον τόπο του, στις ρίζες του, στην ίδια του την πατρίδα. Μπορεί ελεύθερα να πα­ρηγορείται με τις πανάρχαιες καταγω­γές της, να τη νοσταλγεί, όπως κάνου­με με το χωριό του παππού και της για­γιάς, αλλά δεν μπορεί να τη διεκδικεί. Δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να πιστέψει ότι μπορεί να την κερδίσει. Πατρί­δα την εποχή των ανοιχτών συνόρων για το κεφάλαιο και την εργασία; Αν είναι δυνατόν! Πώς τολμάτε! Τι σημα­σία έχει αν δημοκρατία και ελευθερία δεν νοείται χωρίς την ανάδειξη του ερ­γαζόμενου λαού σε αφέντη του τόπου του; Τι σημασία έχει αν η εργατική τάξη είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ως τέ­τοια χωρίς να αναπτύσσει πανεθνικούς δεσμούς, χωρίς να διεκδικεί το έθνος της; Τι σημασία έχουν όλα αυτά, όταν σήμερα έχουμε ακόμη και την ίδια την Αριστερά να εγγυάται την ελευθερία κίνησης κεφαλαίου και εργασίας διεκ­δικώντας ανοιχτά σύνορα; Ξεχάστε τα κινήματα των αμέτρητων ηρώων και μαρτύρων για την εθνική και κοινωνι­κή απελευθέρωση. Σήμερα προέχουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια, η επικερδής συμμετοχή στο πιο απολυταρχικό οικο­δόμημα που γνώρισε η Ευρώπη από την εποχή του Χίτλερ.

Ποιος νοιάζεται για τη μικρή Ελλαδίτσα; Νοιάστηκε ποτέ η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που τη λεηλατεί επί δεκαετίες με στήριγμα την εξάρ­τηση και την υποτέλεια; Γιατί λοιπόν να νοιαστεί ο εργαζόμενος, ο εργάτης, ο επαγγελματίας, ο αγρότης; Ας την αφή­σουμε να καεί, να καταστραφεί, να ισοπεδωθεί. Και τι πειράζει αν αυτό ήδη σημαίνει μια γενικευμένη καταστροφή ανθρωπιστικών διαστάσεων και έναν νέο ξεριζωμό για τον ανθό της εργαζό­μενης κοινωνίας;

Η κρίση των κρίσεων

Η κρίση χρέους δεν είναι μια τυπική οικονομική κρίση. Δεν έχει καμιά σχέση με τον οικονομικό κύκλο που βρί­σκει κανείς στα εγχειρίδια. Ούτε πρό­κειται για ένα παραπροϊόν της δημο­σιονομικής κατάστασης του κράτους, όπως παπαγαλίζει η κυβέρνηση δεξιά και αριστερά. Ουσιαστικά αποτελεί τον συνδυασμό και την κορύφωση όλων των επιμέρους οικονομικών κρίσεων σε μια ενιαία διαδικασία που θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη ολό­κληρου του κυρίαρχου συστήματος οικονομίας και πολιτικής. Ποτέ καμιά άλλη μορφή κρίσης της οικονομίας της αγοράς δεν θέτει με τόσο επιτακτικό και άμεσο τρόπο τέτοιο ζήτημα επιβί­ωσης για το ίδιο το σύστημα, όσο η κρί­ση χρέους.

Με λίγα λόγια, η κρίση χρέους είναι η κρίση των κρίσεων, ή αλλιώς η μητέ­ρα όλων των κρίσεων στην οικονομία της αγοράς. Κι αυτό γιατί εκφράζει με τον πιο άμεσο και πρακτικό τρόπο την ολοκληρωτική χρεοκοπία του συνο­λικού τρόπου παραγωγής, την κατάρ­ρευση ολόκληρης της οικονομίας, της κοινωνικής συνοχής και της κυρίαρχης πολιτικής. Επομένως από αυτή την κρί­ση χρέους μπορεί να βγει μια χώρα μό­νο αν αναγεννηθεί.

Ιστορικά οι άρχουσες τάξεις μπο­ρούσαν να προχωρήσουν σε μια τέτοια αναγέννηση μέσα από την επίσημη πτώχευση του κράτους. Με τον τρόπο αυτό άλλαζαν ριζικά τους όρους ανα­παραγωγής του κεφαλαίου, τις οικονο­μικές δυνάμεις που βρίσκονται στις κο­ρυφές, αλλά και το πολιτικό προσωπικό που τις υπηρετεί. Φυσικά με τρομακτι­κό κόστος για ολόκληρη την κοινωνία και όχι μόνο για τους εργαζομένους.

Όμως, από την εποχή που το δανείσι-μο κεφάλαιο κυριάρχησε στην παγκόσμια οικονομία και έφτασε να ξεπερνά 20 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ, η επίσημη πτώχευση, αυτή η παραδοσιακή λύση έσχατης ανάγκης για το σύστημα, συνι­στά μια τρομακτική απειλή για τις αγο­ρές κεφαλαίου διεθνώς. Με τις τράπε­ζες σήμερα να έχουν διαστάσεις κατά πολύ μεγαλύτερες από τα κράτη που τις φιλοξενούν, η επίσημη πτώχευση αποτελεί συνώνυμο της πιο ολέθριας καταστροφής. Τα κράτη υπό χρεοκοπία είναι καταδικασμένα να παραπαίουν προκειμένου να μην αποκαλυφθεί ότι οι χρηματαγορές δεν είναι μόνο παρα­σιτικές, αλλά και εντελώς άχρηστες για τους λαούς και τις ανάγκες τους.

Δεν υφίσταται κανένας, μα κανέ­νας πραγματικός οικονομικός λόγος να υπάρχει τόσο συσσωρευμένο χρέος, εκτός από την κερδοσκοπία των επενδυτών κεφαλαίου και των τραπεζών, αλλά και τη χρηματοδότηση των γιγα­ντιαίων πολυεθνικών μονοπωλίων της παγκόσμιας αγοράς. Το κεφάλαιο που βρίσκεται συσσωρευμένο στις χρημα­ταγορές και στις τράπεζες είναι πλασματικό. Και πλασματικό σημαίνει ότι δεν αντιστοιχεί σε πραγματικές διαδι­κασίες της οικονομίας και της παραγω­γής. Η διαγραφή του, το σβήσιμό του θα επηρεάσει μόνο τους ιδιοκτήτες του – επενδυτές, τράπεζες, πολυεθνικές – και καθόλου την οικονομία, η οποία μπορεί να λειτουργεί και χωρίς αυτό το πλασματικό κεφάλαιο. Αρκεί η οικονο­μία να πάψει να εξουσιάζεται από αυτή τη ληστοσυμμορία και τους πολιτικούς της εκπροσώπους.

Η θηλιά του ευρώ στον λαιμό των τραπεζών

Τα παπαγαλάκια προσπαθούν να τρομάξουν τον απλό κόσμο ότι η διαγραφή των χρεών θα σημάνει την πτώχευση των τραπεζών και έτσι θα χάσει τις καταθέσεις του. Δεν λένε όμως ότι όσο συνεχίζεται αυτή η ανατροφοδότηση του χρέους, τόσο περισσότερο εξανεμίζονται οι αποταμιεύσεις. Ούτε επίσης λένε ότι ακόμη και στην περίπτωση της κατάρρευσης των τραπεζών, οι λαϊκές καταθέσεις μπορούν κάλ­λιστα να αναπληρωθούν από ένα κράτος που διαθέτει το δικό του εθνικό νόμισμα. Κάτι που δεν μπορεί να συμβεί σε περίπτωση κατάρρευ­σης των τραπεζών εντός του ευρώ. Επιπλέον δεν λένε ότι σε περίπτωση κατάρρευσης των τραπεζών, οι πιο ευνοημένοι απ’ όλους θα εί­ναι οι οφειλέτες, δηλαδή όσοι χρωστάνε στις τράπεζες.

Και οι οφειλέτες;

Κι αυτό γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα τους χαριστούν τα δάνεια. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το κράτος αναλαμβάνει να ανασυ­γκροτήσει το πιστωτικό σύστημα από μηδενική βάση εκδίδοντας δικό του εθνικό νόμισμα.

Αντίθετα κατάρρευση τραπεζών εντός του ευρώ σημαίνει ότι οι δανειακές υποχρεώσεις των οφειλετών μεταφέρονται σε άλλες τράπε­ζες. Πράγμα για το οποίο θα φροντίσει η ΕΚΤ και τα παραρτήματά της σε κάθε κράτος – μέ­λος. Μόνο μέσα στο ευρώ τυχόν κατάρρευση των τραπεζών θα σημάνει εξαφάνιση των απο­ταμιεύσεων με ταυτόχρονη διατήρηση όλων των δανειακών υποχρεώσεων. Και να είστε βέ­βαιοι ότι με την τροπή που έχουν πάρει οι εξελίξεις στην ευρωζώνη, αργά ή γρήγορα θα έρθουν και οι καταρρεύσεις των τραπεζών. Αυτός είναι ο λόγος που οι πολιτικοί και οι γραφειο­κράτες της ευρωζώνης κάνουν τα πάντα για να τροφοδοτήσουν την κερδοσκοπία των τραπε­ζών μέσα από τη διαχείριση του χρέους και φυ­σικά την εκποίηση των χωρών υπό χρεοκοπία. Το πρόγραμμα εκποίησης ή αποκρατικοποιήσεων που έχει ανακοινωθεί αυτό το νόημα έχει. Προσφέρει τροφή στην κερδοσκοπική αδηφαγία των επενδυτών κεφαλαίου, των τρα­πεζών και των χρηματαγορών διεθνώς. Στόχος του προγράμματος δεν είναι τόσο να προσελ­κύσει κλασικούς πλιατσικολόγους-επενδυτές που κερδίζουν από τις αγοραπωλησίες περιουσιακών στοιχείων, αλλά κερδοσκόπους που αποσκοπούν σε εύκολα κέρδη μέσα από την τιτλοποίηση των επιχειρήσεων και της περι­ουσίας του Δημοσίου. Η χρηματιστική κυβεία με την αξία τής προ πώληση περιουσίας είναι το ζητούμενο και όχι η καθαυτό αγοραπωλη­σία της.

Το δίλημμα της κοινωνίας

Από την κρίση αυτή δεν μπορούμε να βγούμε με κανέναν άλλο τρόπο, παρά μόνο σαν ερείπιο μετά την κατάρρευση της ευρωζώνης, ή με την αναγέννηση της χώρας που θα επιβάλει ο ίδιος ο λαός. Στη φάση που βρισκόμαστε ο λαός σε με­γάλο βαθμό έχει πλέον ξεπεράσει το επίπεδο της διαμαρτυρίας. Δεν του αρκεί να διαμαρτύρεται. Μπορεί να μην βγήκε μαζικά στις πλατείες, όπως οι Ισπανοί, αλλά έχει κάνει μέσα σ’ έναν χρόνο από το μνημόνιο τις περισσότερες πανεργατικές απεργίες με πρωτοφανή μαζικότητα από κάθε άλλον λαό της Ευρώπης. Χώρια όλες οι άλλες μαζικές εκδηλώσεις και οι πρωτοβουλίες πολιτών. Όλα αυτά μαζί και η ταχύτητα των εξελίξεων τον έχει οδηγήσει πια στο συμπέρασμα ότι η διαμαρ­τυρία δεν αρκεί. Κι επομένως έχει μπροστά του το δίλημμα: Ή να λουφάξει γιατί δεν γίνεται τίποτε ή να εξεγερθεί και να πάρει την εξουσία. Αυτό το δίλημμα ταλανίζει την κοινωνία. Κι επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι αν δεν παρθεί η εξουσία και δεν επιβληθεί μια ριζικά διαφορετική πολι­τική ξεκινώντας λίγο ως πολύ από τα αιτήματα της μη αναγνώρισης και διαγραφής του χρέους, της εξόδου από το ευρώ, της εθνικοποίησης των τραπεζών με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος, της παραγωγικής ανασυγκρότησης προς όφελος του λαού, τότε οι εξελίξεις θα είναι δραματικές. Το στοιχείο αυτό δεν υπάρχει στις κινητοποιήσεις των Ισπανών. Το κίνημα της πλατείας είναι πρω­ταρχικά κίνημα διαμαρτυρίας. Η ελληνική κοινω­νία είναι πιο μπροστά από αυτό. Είναι έτοιμη για ένα κίνημα εξουσίας, αρκεί να γεννηθεί με όρους μαζικής λαϊκής εμπιστοσύνης και συμμετοχής. Κι αυτό πρέπει να γίνει τώρα, πριν προλάβει να επιβληθεί η χούντα της «εθνικής συνεννόησης» και των «επωνύμων».

Advertisements