Η κοινωνιολογία και η πολιτική οικονομία του Νέου Λυκείου, του Κώστα Θεριανού

Posted on Updated on


22/04/2011

Το Νέο Λύκειο είναι ουσιαστικά ένα νέο σύστημα διαχείρισης της ροής τους μαθητικού πληθυσμού προς τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, καθώς και ένα νέο σύστημα πρόσβασης. Αν η συζήτηση περιορισθεί στα κέρδη και τις ζημίες της κάθε ειδικότητας και στις δήθεν νέες ερευνητικές προσεγγίσεις που εισάγει η ερευνητική εργασία, τότε είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτές οι νέες συνθήκες στην οικονομία και την κοινωνία που συμπυκνώνει το Νέο Λύκειο.

Πάντως, στο ζήτημα των ειδικοτήτων, η σημερινή ηγεσία του υπουργείου πληρώνει γραμμάτια της μεταρρύθμισης Αρσένη (του ΠΑΣΟΚ δηλαδή), η οποία διέλυσε και την γενική και την τεχνική εκπαίδευση. Με τις ανακατανομές των μαθημάτων πέτυχε και την εξής μοναδικότητα σε όλο τον πλανήτη: να έχει εκπαιδευτικούς χωρίς ωράριο (π.χ. κοινωνιολόγοι, ξενόγλωσσοι, τεχνικές ειδικότητες κ.ά.) και την ίδια στιγμή, στο ίδιο σχολείο, μαθητές χωρίς εκπαιδευτικούς!

Η κ. Διαμαντοπούλου στις 28/2/2011 στην ημερίδα ενημέρωσης και διαλόγου του Υπουργείου Παιδείας με τους Δημάρχους της χώρας δήλωσε ότι «Το επόμενο διάστημα μέχρι το 2020 υπολογίζουμε 370.000 θέσεις εργασίας που θα αφορούν τεχνικά επαγγέλματα». Έδωσε με αυτόν τον τρόπο το στίγμα της βασικής αιτίας της νέας εκπαιδευτικής πολιτικής που δεν είναι άλλο από τον δραστικό περιορισμό των πανεπιστημιακών σπουδών ή με άλλα λόγια την ανακοπή της κοινωνικής ζήτησης για πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Έδωσε, επίσης, και το στίγμα της αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας. Σε ποια όμως κατεύθυνση; Μήπως, η Ελλάδα του καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού με τους χαμηλούς μισθούς και τα σταδιακά ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα θα αποτελέσει έναν σημαντικό πόλο έλξης για βιομηχανικές επενδύσεις πολυεθνικών εταιρειών που εκτός από το χαμηλό κόστος εργασίας θα κερδίζουν και από το κόστος μεταφοράς (η Ελλάδα είναι πιο κοντά από τον Τρίτο Κόσμο και τις Ανατολικές Χώρες); Πέρα βέβαια από τις στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που θα ιδιωτικοποιηθούν.

Η κοινωνική ζήτηση για ανώτατες σπουδές στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ σε οικονομικό και κοινωνικό κενό. Είναι σφάλμα να αποδώσουμε το φαινόμενο αυτό σε κάποια ιδιαίτερη εθνική νοοτροπία των Ελλήνων που θέλουν το παιδί τους να σπουδάσει και να μην κάνει χειρωνακτικές εργασίες. Επειδή το φαινόμενο είναι παλιό, κατά καιρούς διάφοροι αναλυτές έχουν καταφύγει σε ερμηνείες που σχετίζονται με την ιδεολογική υποτίμηση της χειρωνακτικής εργασίας, αλλά και η ίδια η κ. Διαμαντοπούλου το απέδωσε στην νοοτροπία της ελληνικής οικογένειας: «Αντί να συνδέουμε τις ανάγκες της οικονομίας με την κλίση και την ευτυχία του παιδιού, λειτουργούμε με πολύ συγκεκριμένα στερεότυπα. Βάζω τον εαυτό μου πρώτο. Ο άντρας μου και εγώ είμαστε μηχανικοί και θέλαμε σώνει και καλά ο γιος μας να γίνει μηχανικός. Επειδή δεν μας άκουγε, ο άντρας μου, τελικά, του είπε: «Γίνε μηχανικός και μετά κάνε ό,τι θέλεις» (Συνέντευξη στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής Κυριακή, 17 Απριλίου 2011).

Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Μια νοοτροπία ή ένα στερεότυπο δεν μπορεί να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα αν δεν υπάρχουν στοιχεία στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που να το στηρίζουν υλικά και να το αναπαράγουν. Στην περίπτωση που συζητάμε, η κοινωνική ζήτηση για ανώτατες σπουδές τροφοδοτούνταν διαχρονικά από το ότι οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων σε μια χώρα με συρρικνωμένο πρωτογενή και δευτερογενή τομέα είχαν καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης και καλύτερες συνθήκες εργασίας από τους τεχνίτες. Για παράδειγμα, το 1977 ο μέσος όρος των αποφοίτων της ΤΕΕ είχε εισόδημα υψηλότερο από το μέσο όρο των αποφοίτων Α.Ε.Ι. Όμως, το 1979 μόλις το 9% των αγοριών και το 6% των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δήλωναν ότι σκέφτονταν να ακολουθήσουν το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο. Πρόκειται δηλαδή για μια ανορθολογική, από οικονομική άποψη, συμπεριφορά. Όμως, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών (εκπαίδευση, υπηρεσίες υγείας, υπάλληλοι στο δημόσιο) με τις ανάλογες των τεχνικών επαγγελμάτων τότε η απάντηση είναι πολύ λογική. Ο Stenhouse κάνει μια οξυδερκέστατη παρατήρηση σχετικά με τους παιδαγωγούς που αναλύουν τα επαγγέλματα, πίσω από τα παράθυρα της σχολικής αίθουσας και τα γραφεία των πανεπιστημίων, μέσα στη ζεστασιά και την ασφάλεια: «Πιθανώς μόνο η μειοψηφία των εκπαιδευτικών μπορεί να αξιολογήσει τα υπέρ και τα κατά διαφόρων επαγγελμάτων, ή να κατανοήσει τις απολαβές ή το άγχος που έχουν οι οδηγοί φορτηγών μεγάλων αποστάσεων ή όσοι απασχολούνται στην κηπουρική και στα εργοστάσια αυτοκινήτων». Εδώ να προσθέσουμε την εργασιακή ανασφάλεια του πρωτογενή και του δευτερογενή τομέα, την μικρή κλίμακα των δραστηριοτήτων στην χώρα μας κ.λπ.

Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται η ΤΕΕ;

Αντίθετα. Η ΤΕΕ είναι απολύτως αναγκαία, αλλά στο πλαίσιο ενός σχεδιασμού που θα προτάσσει το 12χρονο ενιαίο πολυτεχνικό σχολείο και θα ακολουθεί μετά τα 18 η επιλογή είτε των σπουδών είτε του επαγγέλματος. Ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού, όπου το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγει στο εσωτερικό του τις ταξικές ανισότητες που παράγονται στην οικονομία, ένα τέτοιο μέτρο θα λειτουργούσε υπέρ της ΤΕΕ με την έννοια ότι δεν θα ήταν η δεύτερη και υποδεέστερη σχολική διαδρομή.

Τα περί ανεργίας των αποφοίτων των πανεπιστημίων αποτελούν την μισή αλήθεια. Γιατί ολόκληρη η αλήθεια είναι ότι η ανεργία πλήττει τους πάντες! Θα είχε τεράστια αξία να μάθουμε – αν είναι δυνατόν – ποιος είναι ο αριθμός, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, των υδραυλικών (άλλο ένα επάγγελμα που στο νεοελληνικό φαντασιακό έχει καταγραφεί σαν Ελντοράντο) που διαμαρτύρονται ότι ο κύκλος εργασιών τους έχει περιορισθεί ασφυκτικά και βγάζουν ίσα ίσα τα προς το ζην! Ή των μηχανικών που είναι άνεργοι και των μηχανικών που εργάζονται σε μεγάλα συνεργεία ολόκληρη την ημέρα για 800 ευρώ. Διότι και στα τεχνικά επαγγέλματα … υπάρχει καπιταλισμός, δηλαδή ανεργία και συνθήκες συγκεντροποίησης κεφαλαίων!

Όμως, ας γυρίσουμε στην πραγματική αιτία της δημιουργίας του Νέου Λυκείου που είναι, όπως αναφέραμε, η μείωση της κοινωνικής ζήτησης για πανεπιστημιακές σπουδές. Η κυβέρνηση απέναντι σε αυτή την επιλογή έχει ένα σοβαρό εμπόδιο: την δομή της ελληνικής οικονομίας και την δομή της απασχόλησης εντός των κλάδων των τεχνικών επαγγελμάτων. Για αυτό και ενδεχομένως να μεταφέρει την σημερινή τεχνολογική κατεύθυνση των Γενικών Λυκείων στα νέα Τεχνολογικά Λύκεια προκειμένου να τα κάνει περισσότερο ελκυστικά.

Πιο αναλυτικά:

– Τα τεχνικά επαγγέλματα στην χώρα μας στηρίχθηκαν κυρίως στον ελευθεροεπαγγελματισμό. Για αυτό και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το 11% των μαθητών του Τ.Ε.Λ. ήθελε να εργασθεί σε κάποια επιχείρηση ενώ το 70% επιθυμούσε να ανοίξει δική του δουλειά (αυτοαπασχόληση). Η επαγγελματική αυτή προοπτική – που τροφοδοτούσε τόσο το μεγαλύτερο εισόδημα σε σχέση με κάποιες πανεπιστημιακές σπουδές όσο και την εικόνα του επιτυχημένου επαγγελματία – έχει σήμερα ανατραπεί. Λόγω της οικονομικής ύφεσης και της σταδιακής ανακατανομής της αγοράς εργασίας προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δύσκολα μπορεί να σταθεί ένα μικρό εργαστήρι ή συνεργείο που επισκευάζει τηλεοράσεις, ψυγεία, αυτοκίνητα σε μια συνοικία. Αυτός ο κύκλος εργασιών περνά σταδιακά στις αντιπροσωπείες ή καθίσταται ασύμφορος στον καταναλωτή λόγω της πτώσης της τιμής των ηλεκτρικών ειδών. Ουσιαστικό, ο νέος απόφοιτος της ΤΕΕ θα είναι ευέλικτο και φθηνό εργατικό δυναμικό που, σε χειρότερες εργασιακές συνθήκες από αυτές των αποφοίτων πανεπιστημίων, θα κερδίζει τα ίδια λιγοστά χρήματα.

– Πέρα, όμως, από την εσωτερική δομή της απασχόλησης μπαίνει το ζήτημα της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας με την συρρίκνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, μπαίνει επιτακτική η ανάγκη της ανασυγκρότησης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Μπορεί όμως αυτό να γίνει στο πλαίσιο των σημερινών δεσμεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση; Και μπορεί να γίνει σε πλαίσιο εξυπηρέτησης του λαού και όχι των μονοπωλίων που θα εμφανισθούν για να επενδύσουν στους τομείς αυτούς; Μπορεί να γίνει στο πλαίσιο των σημερινών ιμπεριαλιστικών πιέσεων και εξαρτήσεων;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, με αφορμή την συζήτηση και για το Νέο Λύκειο, μπορεί να αποτελέσει έναν άξονα για μια αντίπαλη πρόταση της αριστεράς: για την αναδιάρθρωση της οικονομίας και της εκπαίδευσης προς όφελος, όμως, του λαού.

Advertisements