ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ


ΦΙΡΤΙΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ                                                                   Θήρα  21-10-2010

Αιρετός ΠΥΣΔΕ Κυκλάδων

Της «Αυτόνομης Κυκλαδικής Συνεργασίας»

Γενικό Λύκειο Θήρας                                                        ΔΙΚΑΙΩΜΑ  ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ  ΣΕ  ΕΓΓΡΑΦΑ 

Συνάδελφοι,

Ανταποκρινόμενοι με συνέπεια στο συλλογικό αίτημα της αξιόπιστης και διαρκούς επικοινωνίας, της ειλικρινούς και με διαφάνεια κατάθεσης των προτάσεων και επιλογών μας, προσπαθούμε  με συνεχή αναζήτηση και ενημέρωση, να αποκωδικοποιήσουμε και να απλουστεύσουμε για όλους τους συναδέλφους, νόμους, διατάγματα, εγκυκλίους και νομολογίες που καθορίζουν μια σειρά διαδικασίες που μας αφορούν άμεσα, έτσι ώστε η συμμετοχή μας με συγκροτημένο και τεκμηριωμένο λόγο να καθορίζει την λήψη αποφάσεων.

  Θεωρούμε κορυφαία υποχρέωσή μας να γνωρίζουμε όχι μόνο το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της εκπαίδευσης και τα υπηρεσιακά θέματα, αλλά και το σύνολο των θεμάτων  και των προβλημάτων της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών. Πάνω στη γνώση αυτή στηρίζουμε τον αγώνα μας για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των συναδέλφων, ακόμα κι αν αυτός ο αγώνας αντιτίθεται στο πνεύμα και την αντίληψη των εγκυκλίων.

 Πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, κατά το Σύνταγμά μας, αποτελούν ο σεβασμός και προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μια ειδικότερη εκδήλωση της θεμελιώδους αυτής  διάταξης είναι  ότι ο σεβασμός της αξίας του ως ανθρώπου του οποίου τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα θίγονται από ενέργεια της διοίκησης, επιβάλλει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των στοιχείων της υπόθεσής του και να εκθέτει τις απόψεις του ενώπιον των διοικητικών αρχών, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να τις λαμβάνουν υπόψη και να τις συνεκτιμούν.

 Πέραν της συνταγματικής ( άρθρα 5Α και 10 παρ. 3 ) το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα έχει και νομοθετική θεμελίωση. Με το άρθρο 16 του ν.1599/1986 αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά σε κάθε πολίτη το δικαίωμα γνώσης των διοικητικών εγγράφων, αφού προηγουμένως το διαμόρφωσε και το αναγνώρισε το Συμβούλιο Επικρατείας με αποφάσεις του. Το παραπάνω άρθρο αντικαταστάθηκε εν πολλλοίς από το άρθρο 5 του ν.2690/1999(ΚΔΔ), το οποίο ρυθμίζει στην ουσία διαφορετικά το θέμα της πρόσβασης στα έγγραφα.

Σχετικές Διατάξεις

Αρθρο 16 του ν.1599/1986

Δικαίωμα γνώσης των διοικητικών εγγράφων.

1. Κάθε πολίτης με τις επιφυλάξεις των διατάξεων της παραγράφου 3 έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων. Ως διοικητικά έγγραφα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, θεωρούνται όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από όργανα του δημόσιου τομέα ιδίως εκθέσεις, μελέτες πρακτικά στατιστικά στοιχεία εγκύκλιοι οδηγίες απαντήσεις της διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις.

2. Το δικαίωμα της παραγράφου 1 ασκείται:

α. Με επιτόπια μελέτη
β. Με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή του μπορεί να βλάψει το έγγραφο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον ενδιαφερόμενο εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο.

3. Οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα μπορούν να αρνηθούν την ικανότητα του δικαιώματος της παραγράφου 1 στις περιπτώσεις:

α. Που παραβλέπεται το απόρρητο των συζητήσεων του υπουργικού συμβουλίου και των άλλων κυβερνητικών οργάνων, το απόρρητο της εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής της δημόσιας πίστης και του νομίσματος, της ασφάλειας του κράτους και της δημόσιας τάξης, το ιατρικό εμπορικό, τραπεζικό ή βιομηχανικό απόρρητο και κάθε άλλο απόρρητο που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις ή
β. που μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα δικαστικών, αστυνομικών, στρατιωτικών ή διοικητικών αρχών σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης.

4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζονται και άλλες περιπτώσεις στις οποίες οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα μπορούν να αρνηθούν την ικανοποίηση του δικαιώματος της παραγρ. 1.

5. Οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα δεν μπορούν να αρνηθούν τη γνώση διοικητικού εγγράφου επικαλούμενες το απόρρητο του ιδιωτικού βίου, το ιατρικό απόρρητο, καθώς και το βιομηχανικό ή εμπορικό απόρρητο, εφόσον αυτά αναφέρονται αποκλειστικά στον πολίτη που ζητεί να λάβει γνώση διοικητικού εγγράφου. Πληροφορίες όμως ιατρικού χαρακτήρα μπορούν να γνωστοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο μόνο με τη βοήθεια γιατρού που ορίζεται για το σκοπό αυτό.

6. Η άρνηση της γνωστοποίησης διοικητικού εγγράφου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και γνωστοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης .

7. Η άσκηση του δικαιώματος γνώσης των διοικητικών εγγράφων γίνεται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν περιλαμβάνει για τους δικαιούχους ή τρίτους τη δυνατότητα αναπαραγωγής, διάδοσης και χρησιμοποίησης για εμπορικούς λόγους των εγγράφων αυτών.

8. Με απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Αρθρο 5 του ν.2690/1999

Πρόσβαση σε έγγραφα

1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτηση του. να λαμβάνει γνώση των διοι­κητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύ­κλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτή­σεις και αποφάσεις.

2. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεση του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές.

3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλά­πτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος τούτου αν το έγγραφο αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, ή αν η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα δικαστι­κών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης.
Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται: α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. Η σχετική δαπάνη αναπαραγωγής βαρύνει τον αιτούντα, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν πρόκειται για πληροφορίες ια­τρικού χαρακτήρα, αυτές γνωστοποιούνται στον αιτού­ντα με τη βοήθεια γιατρού, ο οποίος ορίζεται για το σκοπό αυτόν.

5. Η άσκηση του κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιώματος γίνεται με την επιφύλαξη της ύπαρξης τυχόν δικαιω­μάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

6. Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων κατά τις παραγράφους 1 και 2 ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πολίτη είναι είκοσι (20) ημέρες.

Αρθρο 11 του ν.3230/2004

Διεκπεραίωση υποθέσεων από τη Διοίκηση

1. Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999 «Κύρωση Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» ΦΕΚ 45 Α79.3.1999 αντικαθίσταται και συμπληρώνεται ως εξής:
«Οι διοικητικές αρχές, όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματα τους μέσα στην προθεσμία που τυχόν καθορίζεται από τις σχετικές διατάξεις, αλλιώς μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών. Η προθεσμία αρχίζει από την υποβολή της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία. Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή οφείλει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια υπηρεσία και να γνωστοποιήσει τούτο στον ενδιαφερόμενο. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία αρχίζει από τότε που περιήλθε η αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία. Για υποθέσεις αρμοδιότητας περισσότερων υπηρεσιών, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου παρατείνεται κατά δέκα (10) ακόμη ημέρες».

2. Η παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 2690/1999 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων κατά τις παραγράφους 1 και 2 ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πολίτη είναι είκοσι (20) ημέρες».

3. Η παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι υπηρεσίες απαλλάσσονται από τις κατά την παράγραφο 1 υποχρεώσεις αν το αίτημα είναι εμφανώς παράλογο, αόριστο, ακατάληπτο ή επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό».

 

                              Ερμηνεία

    Ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας για την πρόσβαση σε έγγραφα προβλέπει τα ακόλουθα:

  • Δικαίωμα γνώσης έχει κάθε «ενδιαφερόμενος» προφανώς υπό την έννοια απλώς του αιτούντος και όχι της απόδειξης εννόμου συμφέροντος εφόσον καταθέσει «γραπτή» αίτηση. Συνεπώς η προφορική δεν ενεργοποιεί το σχετικό δικαίωμα.

Ο όρος  «ενδιαφερόμενος» έχει την έννοια ότι δεν συντρέχει αρνητική προϋπόθεση που αποκλείει την ικανοποίηση του δικαιώματος γνώσης

( αναφέρομαι παρακάτω).

Υποστηρίζεται όμως ( Γνωμ. ΝΣΚ 243/2000) και η άποψη ότι με τη χρήση του όρου «πολίτης» ( άρθρο 16 ν. 1599/86) ο νομοθέτης θέλησε να καθιερώσει ρητά το έννομο ενδιαφέρον ως προϋπόθεση για τα διοικητικά έγγραφα. Κατά το ΝΣΚ ( Γνωμ.76,121/2002,23/2000,16/2003 και 92/2004) προκύπτει σαφώς ότι με τη χρήση του όρου «ενδιαφερόμενος» προβαίνει σε ρητή καθιέρωση του (εύλογου) ενδιαφέροντος, ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα. Η κατεύθυνση και η άποψη του ΝΣΚ ότι για την πρόσβαση απαιτείται σε κάθε περίπτωση «εύλογο ενδιαφέρον» εκ μέρους του αιτούντος, ενισχύονται από τη σχετική νομολογία του ΣΕ (1397/93,3130/2000). Η θέση τόσο του ΝΣΚ όσο και του ΣΕ βασίζονται κυρίως στη διατύπωση της διάταξης «κάθε ενδιαφερόμενος» του ν.2690/99 σε αντίθεση με την προϊσχύσασα του ν.1599/86 «κάθε πολίτης».

‘Oσον αφορά τα ιδιωτικά έγγραφα που φυλάσσονται σε δημόσια υπηρεσία, ο ενδιαφερόμενος για να έχει πρόσβαση σε αυτά, πρέπει να αποδεικνύει «ειδικό έννομο συμφέρον». Το ειδικό έννομο συμφέρον ταυτίζεται με το έννομο συμφέρον του άρθρου 902 Α.Κ. που υπάρχει όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη ή χορήγηση.

Ως ιδιωτικά έγγραφα για την εφαρμογή του άρθρου 5 ν.2690/1999 νοούνται τα συντασσόμενα από ιδιώτες, τα οποία όμως μόλις εισέλθουν και πρωτοκολληθούν στην υπηρεσία, αποκτούν τον χαρακτήρα δημόσιου εγγράφου( και αρθρ. 16, ΚΔΔ).Ιδιωτικό έγγραφο είναι αυτό που δεν εμπίπτει στην έννοια του «διοικητικού» π.χ. ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, μια επιστολή. Αν κάποιο ειδικό έγγραφο κατατεθεί σε δημόσια υπηρεσία η σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ και στηριχθεί σε αυτό η έκδοση διοικητικής πράξης, αποκτά τότε χαρακτήρα δημόσιου εγγράφου ( Γνωμ. ΝΣΚ 277/1990,446/1989,503/2002).

  • Το δικαίωμα γνώσης απαγορεύεται (δεν υφίσταται) στις εξής περιπτώσεις:
  1. Όταν το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου προσώπου και συνεπώς όχι του αιτούντος.
  2. Όταν το έγγραφο χαρακτηρίζεται ως απόρρητο από τις ειδικές διατάξεις.
  3. Όταν ασκείται κατά παράβαση των διατάξεων που προστατεύουν την πνευματική ή βιομηχανική ιδιοκτησία.
  4. Το δικαίωμα γνώσης τελεί υπό την διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης διότι η αρμόδια αρχή «μπορεί να αρνηθεί» την ικανοποίησή του αν το έγγραφο αφορά σε διεξαγόμενη «έρευνα» την οποία θα δυσχεράνει «ουσιωδώς», δηλ. σοβαρά, η γνώση του, δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών, σχετική με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης.

             Μετά το πέρας της έρευνας, ενεργοποιείται το δικαίωμα γνώσης και  έτσι η διοίκηση έχει υποχρέωση να επιτρέψει την πρόσβαση τόσο στο πόρισμα, όσο και στα στοιχεία που το συνοδεύουν.

    Σε κάθε όμως περίπτωση η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης να επιτρέψει την  πρόσβαση όταν διεξάγεται «έρευνα», δεν ισχύει αν ειδικά ο νόμος την αποκλείει, όπως λ.χ. ο ΥΚ ορίζει ότι «Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική» ( παρ.5 άρθρο  128)

                   Χορήγηση στοιχείων φακέλου  Πειθαρχικού  -Νομολογία

  •  Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να έχει πρόσβαση στα έγγραφα των πειθαρχικών φακέλων, εκτός αν τούτο προκαλεί δυσχέρειες στη διεξαγόμενη από τη διοίκηση σχετική έρευνα. Η ενδεχόμενη άρνηση της Διοίκησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη ( Σ.τ.Ε 527/1991). Δεν δημιουργείται υποχρέωση της αρχής που τηρεί το φάκελο να χορηγεί στον υπάλληλο αντίγραφα των μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου (Σ.τ.Ε. 4184/1982). Ενόψει κυρίως της διάταξης του Υ.Κ. που  ορίζει ότι η ανάκριση είναι μυστική, το αίτημα του εγκαλούμενου να λάβει γνώση της δικογραφίας πρέπει να υποβάλλεται  μετά την κοινοποίηση σ’αυτόν  της κλήσης για απολογία μέσα στην προθεσμία που τάσσεται για αυτό και πριν την υποβολή της ( Σ.τ.Ε. 1523/1966). Δεν μπορεί η Διοίκηση να χορηγήσει σε διωκόμενο υπάλληλο αντίγραφα μαρτυρικών καταθέσεων διοικητικής ανάκρισης πριν από την κλήση του σε απολογία ακόμα και αν λάβει σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ( Γνωμ.Ν.Σ.Κ. 168/1995)
  •  Συμπερασματικά στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου ενόσω διαρκεί η Διοικητική Εξέταση ή πειθαρχική ανάκριση δεν χορηγούνται. Ούτε μετά το πέρας τους χορηγούνται, διότι υπάρχει περίπτωση ο εντολέας να διαπιστώσει πλημμέλειες σ’αυτές ( πχ. μπορεί ο ενεργήσας την Ε.Δ.Ε. να εξέτασε τον υπάλληλο, στον οποίο τελικώς αποδίδονται κατηγορίες, μόνο ενόρκως ως μάρτυρα και όχι και ανωμοτί ως διωκόμενο ή μπορεί να μην εξέτασε ουσιώδη μάρτυρα) και να τις επιστρέψει  προς θεραπεία τους ή και να αναθέσει σε άλλον την ενέργειά τους , οπότε η πειθαρχική έρευνα, εξέταση ή ανάκριση συνεχίζεται. Τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου χορηγούνται, όταν ο υπάλληλος κληθεί σε απολογία. Σε περίπτωση που στο πόρισμα δεν διαπιστώνεται τέλεση πειθ. παραπτώματος ή διαπιστώνεται πειθ. παράβαση αλλά ο εντολέας κρίνει πως γι’ αυτή προσήκουσα ποινή είναι η έγγραφη επίπληξη και με βάση το άρθρο 110 παρ.2 του Υ.Κ. αποφασίζει να μην ασκήσει πειθαρχική δίωξη και να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, τυχόν αίτημα του υπαλλήλου για χορήγηση στοιχείων του πειθ. φακέλου η Διοίκηση οφείλει να το ικανοποιήσει πάντα με την επιφύλαξη των διατάξεων που προστατεύουν το απόρρητο και  τα προσωπικά δεδομένα.

Τέλος οι ασκούντες διοίκηση οφείλουν όταν τους ζητούνται στοιχεία ή έγγραφα από διοικούμενους ή πολίτες, να εξετάζουν με μεγάλη ευαισθησία και προσοχή αν η χορήγησή τους είναι νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και δεν προσκρούει σ’ αυτές.

 

               «Κατάχρηση» του δικαιώματος πρόσβασης

 

Ο  ΚΔΔ δεν προβλέπει για την περίπτωση αιτήματος καταχρηστικού ή παράλογου.

 Εν τούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αρμόδια Αρχή δικαιούται να αρνηθεί την ικανοποίηση του ενλόγω αιτήματος, επικαλούμενη την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ( άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, άρθρο 4 παρ.3 του ΚΔΔ και άρθρο 281 του ΑΚ ) ή της αντίθεσής του προς την γενική αρχή ( κανόνα ) της κοινής λογικής και της κοινής πείρας.

 Βασική λοιπόν υποχρέωση του αιτούντος  είναι ο σαφέστερος, κατά το δυνατό, προσδιορισμός των αιτουμένων εγγράφων και η αποφυγή της πρόκλησης αναστάτωσης στη λειτουργία της υπηρεσίας, η οποία ουδόλως είναι υποχρεωμένη να προβαίνει σε χρονοβόρες και επίμονες αναζητήσεις για τον εντοπισμό τους ( ΝΣΚ 723/2000, 727/2001, 324/2002, 93/2003).     Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι οποίες απαιτούν έρευνα, συλλογή πληροφοριών, επεξεργασία αρχειακού υλικού, αξιολόγηση και συναγωγή συμπερασμάτων από την υπηρεσία, δεν υφίσταται υποχρέωση ικανοποίησης του αιτήματος. Βέβαια ο αιτών θα πρέπει  να ενημερώνεται εγγράφως για την αοριστία του αιτήματός του και περαιτέρω η υπηρεσία να θέτει υπόψη του τους σχετικούς φακέλους από όπου θα επιλέξει τα στοιχεία που τον ενδιαφέρουν. Με λίγα λόγια η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης δεν επιτρέπεται να δυσχεράνει υπέρμετρα τη λειτουργία της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας (Γνωμ.1/2005 Εισαγγελίας Αρείου Πάγου)

Αν η υπηρεσία δεχτεί αίτηση με την οποία ζητείται γενικώς και αορίστως πλήθος στοιχείων χωρίς κανένα προσδιορισμό τους ( πχ αντίγραφα πράξεων συλλόγου διδασκόντων σχολικής μονάδας μιας μεγάλης και μακράν του παρόντος περιόδου, στοιχεία της σχολικής κατάστασης μαθητών που εμπίπτουν στην εξαιρετική διάταξη της παρ.1 του άρθρου 16 του ν. 1599/1986 για την ιδιωτική ζωή) δεν υποχρεούται να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα. Υποχρεούται όμως να απαντήσει πειστικά και να αιτιολογήσει την αδυναμία της να τα χορηγήσει ( ΝΣΚ 50/93, 314/96, 338/96, 363/97).

                 Άσκηση  δικαιώματος  γνώσης

 

Το δικαίωμα γνώσης ασκείται:

  • Με «μελέτη του εγγράφου», δηλ. με σημειώσεις για το περιεχόμενό του, στο κατάστημα της Υπηρεσίας, προφανώς υπό την επίβλεψη υπαλλήλου.
  • Με χορήγηση «αντιγράφου», εφόσον δεν βλάπτεται το πρωτότυπο.
  • Με γνωστοποίηση «με τη βοήθεια γιατρού», αν οι πληροφορίες είναι ιατρικού χαρακτήρα. Ο ιατρός «ορίζεται» για τον σκοπό αυτό προφανώς από την Διοίκηση.

 Η ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης χρονικά δεν μπορεί να υπερβαίνει τις  είκοσι (20) μέρες. Η απόρριψη εκ μέρους της διοίκησης του αιτήματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα πρέπει κατ΄άρθρο 5 παρ.6 του ΚΔΔ να αιτιολογείται πλήρως και να γνωστοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα.

 Η αόριστη επίκληση του δημοσίου συμφέροντος δεν συνιστά νόμιμη αιτιολογία. Αυτή πρέπει να αναφέρεται στη νομική και πραγματική βάση της απορριπτικής απάντησης, η οποία αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, άρα μπορεί και να προσβληθεί (ΣΕ 1400/92). Ο ενδιαφερόμενος  μετά την απόρριψη του αιτήματός του μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας ή ιεραρχικής προσφυγής Μπορεί επίσης να απευθυνθεί στη Διεύθυνση Σχέσεων Κράτους-Πολίτη του Υπ.Εσωτερικών ή στον Συνήγορο του Πολίτη. Η γνώμη των παραπάνω δεν είναι δεσμευτική για τη διοίκηση. Η παρέμβασή τους όμως είναι χρήσιμη γιατί θα υποστηριχθεί το αίτημά του, θα βοηθηθεί στην σωστότερη διατύπωση και θα ενημερωθεί έγκυρα αν είναι δυνατή η ικανοποίησή του, ώστε να αποφευχθεί ατελέσφορη και δαπανηρή προσφυγή στα δικαστήρια. Επισημαίνεται όμως ότι η αίτηση στις παραπάνω αρχές δεν ανακόπτει την προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί η ρύθμιση, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης, που υπάρχει στον νέο ΥΚ (ν. 3528/2007):

Στο άρθρο 107 που ορίζει ενδεικτικά τα παραπτώματα, καθιερώνεται για πρώτη φορά ως διακριτό πειθαρχικό παράπτωμα « η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και ή άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας και χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από το Γενικό επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα ιδιαίτερα σώματα και υπηρεσίες και ελέγχου επιθεώρησης».

 Το παράπτωμα αυτό στον προηγούμενο ΥΚ προβλεπόταν ως «ειδικό» πειθαρχικό παράπτωμα.

(Για την αποφυγή σύγχυσης και επειδή στο άρθρο 107 ορίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα και « Η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη απάντηση σε  αναφορά  πολιτών», η προθεσμία απάντησης από τη λήψη της αναφοράς, μπορεί να παραταθεί και πέραν των 30 ημερών με απόφαση της αρμόδιας αρχής , για 30 μέρες ακόμη, όταν πρόκειται για υποθέσεις που απαιτούν ιδιαίτερη μελέτη ή συλλογή στοιχείων).

 Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι αυτό που αποκομίζει κανείς από την μελέτη της σχετικής νομολογίας, είναι η πολυπλοκότητα του ζητήματος ,από την οποία προκύπτουν εν μέρει διαφορετικές προσεγγίσεις του νομικού κόσμου επ’αυτού. Το ΝΣΚ και το ΣτΕ δείχνουν να αποδέχονται την ανάγκη περιορισμού του δικαιώματος που εκφράστηκε με το ν.2690/99, ενώ ο Συνήγορος του Πολίτη τάσσεται υπέρ της απεριόριστης άσκησης αυτού.

Το σημαντικό όμως είναι, όπως  και ο σκοπός και αυτού του ενημερωτικού, η γνώση των δικαιωμάτων μας και η άσκησή τους, ατομικά και συλλογικά, απέναντι σε αυθαίρετες , αναιτιολόγητες και παράνομες αποφάσεις και ενέργειες των κρατικών δημόσιων υπηρεσιών και της διοίκησης.

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

Φιρτινίδης Χρήστος

Αιρετός ΠΥΣΔΕ Κυκλάδων

Της «Αυτόνομης Κυκλαδικής Συνεργασίας»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s